Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015


Έθος

 

 

Τα ψυχοσάββατα η μάνα μου

φοράει τα καλά της

βγάζει τα πιο καλά της πιάτα

και κάθεται.

 

Οι καλεσμένοι της νεκροί έρχονται γυμνοί

σχεδόν αόρατοι

πατούν ανάλαφρα μη μας ανησυχήσουν

και κάθονται.

 

Η γιορτή τελειώνει ήσυχα

εμείς κοιτάμε απ’ τις ρωγμές της νιότης μας

πόσο κόλλυβο έμεινε

πόση λεμονάδα μας αναλογεί.

 

 
ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ
Εισέβαλε απροκάλυπτα στον ύπνο μου ο φαύλος

και με άφησε ως το πρωί ενεή

ν’ αναρωτιέμαι

τι είχα για να τα χάσω όλα.

Γιατί χτυπιόμουν στα κιονόκρανα τα πρωτοϊδωμένα

αφού δεν είχα καταλάβει τη γλώσσα του δαπέδου.

Αρχαία ελληνικά πλουσίων Ρωμαίων

ή προφητείες βραχύβιες για την εποχή μου;

Και πήρα λάφυρα από τη Σαλαμίνα.

Όχι της ναυμαχίας, την άλλη.

Και δέρμα -όχι μόνο το δικό μου-

που μυρίζει ξινό, βαρύ

πανανθρώπινο σκούρο. Έξω και πέρα από την ιστορία.

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του

ξαφνικά στη μέση ηλικία

και του κόβεται η ανάσα

ακριβώς στα δύο; Έτσι.

Είπα θα πεθάνω εδώ

κι ακόμα ζω αλλού.