Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015


Έθος

 

 

Τα ψυχοσάββατα η μάνα μου

φοράει τα καλά της

βγάζει τα πιο καλά της πιάτα

και κάθεται.

 

Οι καλεσμένοι της νεκροί έρχονται γυμνοί

σχεδόν αόρατοι

πατούν ανάλαφρα μη μας ανησυχήσουν

και κάθονται.

 

Η γιορτή τελειώνει ήσυχα

εμείς κοιτάμε απ’ τις ρωγμές της νιότης μας

πόσο κόλλυβο έμεινε

πόση λεμονάδα μας αναλογεί.

 

 
ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ
Εισέβαλε απροκάλυπτα στον ύπνο μου ο φαύλος

και με άφησε ως το πρωί ενεή

ν’ αναρωτιέμαι

τι είχα για να τα χάσω όλα.

Γιατί χτυπιόμουν στα κιονόκρανα τα πρωτοϊδωμένα

αφού δεν είχα καταλάβει τη γλώσσα του δαπέδου.

Αρχαία ελληνικά πλουσίων Ρωμαίων

ή προφητείες βραχύβιες για την εποχή μου;

Και πήρα λάφυρα από τη Σαλαμίνα.

Όχι της ναυμαχίας, την άλλη.

Και δέρμα -όχι μόνο το δικό μου-

που μυρίζει ξινό, βαρύ

πανανθρώπινο σκούρο. Έξω και πέρα από την ιστορία.

Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του

ξαφνικά στη μέση ηλικία

και του κόβεται η ανάσα

ακριβώς στα δύο; Έτσι.

Είπα θα πεθάνω εδώ

κι ακόμα ζω αλλού.


Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμένα μάτια στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη. Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη. Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο κειμήλιο-σκουλῆκι. Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια. Στὸν ὁποῦ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα στὸν ὁποῦ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα. Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα... Νίκος Καρούζος
Ποθώ το στόμα σου , τη φωνή , τα μαλλιά σου , Σιωπηλή πεινασμένη ενεδρεύω στους δρόμους , Το ψωμί δεν με τρέφει , η αυγή με ταράζει , Αναζητώ τον υγρό ήχο των βημάτων σου όλη μέρα . Ορέγομαι το λαμπερό σου χαμόγελο , Τα χέρια σου το χρώμα του άγριου σιταριού , Ορέγομαι τα χλωμά πετράδια των νυχιών σου , θέλω να καταφάω το δέρμα σου σαν ολόκληρο αμύγδαλο . Θέλω να καταφάω την ηλιαχτίδα που τρεμοπαίζει στην ομορφιά σου , Τη μύτη , άρχοντα του αλαζονικού σου προσώπου , θέλω να καταφάω την φευγαλέα σκιά απ τα ματόκλαδα σου . Και περπατώ πεινασμένη οσφραινόμενη το λυκόφως , Ψάχνοντας για εσένα , και τη ζεστή σου καρδιά , όπως το πούμα στη χέρσα ερημιά. Pablo Neruda
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ Ανάσκαψα όλη τη γη να σε βρω. Κοσκίνισα μες την καρδιά μου την έρημο• ήξερα πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες του ήλιου το φως. Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας μες από τόση διαύγεια τον κόσμο, μες από σένα - πλησιάζουν τα πράγματα, γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα - τώρα μπορώ ν' αρθρώσω την τάξη του σ' ένα μου ποίημα. Παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω σ' ευθείες το φως. Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ 'Έχω τρεις κόσμους. Μια θάλασσα, έναν ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου. Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρεις, να σας έλεγα πού φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω. Ο ουρανός, υποψιάζομαι. Για τον πράσινο κήπο μου, μη με ρωτήσετε. Νικηφόρος Βρεττάκος

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Ποίηση

« Δεν είναι οι μέρες που θα ΄ρθουν τις άλλες τρέμω
Που ήρθαν και θρονιάστηκαν την αίγλη επετείων διεκδικώντας
Αυτές που βολεύτηκαν ανάμεσα στο χθες και το αύριο /
Δεν χώρεσαν στο ημερήσιο σώμα τους
Το φως και το σκοτάδι τους δεν έλιωσε
Μες στην τακτή διάρκεια της ταφής τους ».

Κώστας Παπαγεωργίου

Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ασύνδετα Ποιήματα

Όταν θα ξαναδώ την άνοιξη
Μπορεί πια να μη βρίσκομαι σ’ αυτό τον κόσμο.
Και τι δεν θα’ δινα για να’ ναι η άνοιξη άνθρωπος
Και να μπορώ να σκέφτομαι πως θα ’κλαιγε
Γιατί έχασε το μοναδικό της φίλο.
Αλλά η άνοιξη δεν είναι κάποιο πράγμα:
Είναι ένας τρόπος του λέγειν.
Μήτε τα άνθη ξανάρχονται, μήτε τα πράσινα φύλλα.
Καινούργια είναι τα άνθη, καινούργια τα πράσινα φύλλα
Άλλες οι γλυκές μέρες.
Τίποτα δεν επιστρέφει, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται, γιατί όλα είναι πραγματικά.
*
Αν σαν έρθει η άνοιξη,
Έχω ήδη πεθάνει
Τα λουλούδια το ίδιο θα ανθίσουν
Και τα δέντρα το ίδιο πράσινα θα’ ναι με την περασμένη άνοιξη.
Η πραγματικότητα δεν με χρειάζεται.
Αισθάνομαι χαρά απέραντη
Σαν σκέφτομαι πως ο θάνατός μου δεν έχει σημασία καμιά.
Αν ήξερα πως αύριο θα πεθάνω
Και η άνοιξη θα’ ρχόταν μεθαύριο
Θα πέθαινα ευτυχής, γιατί θα’ ρχόταν μεθαύριο.
Αν τότε είναι η ώρα της, στην ώρα της δεν πρέπει να’ ρθει;
Χαίρομαι που όλα είναι πραγματικά και καθώς πρέπει
Και χαίρομαι γιατί έτσι θα ήταν, ακόμη κι αν δεν χαιρόμουν.
Γι αυτό αν πεθάνω τώρα, θα πεθάνω ευχαριστημένος,
Γιατί όλα είναι πραγματικά και καθώς πρέπει.
Μπορούν στα λατινικά να προσεύχονται πάνω απ’ το φέρετρό μου, αν τους αρέσει.
Κι αν τους αρέσει, ας χορεύουν κι ας τραγουδούν ολόγυρά του.
Δεν έχω προτιμήσεις για όταν πια δεν θα μπορώ να έχω προτιμήσεις.
Ότι γίνει, όταν θα γίνει, θα είναι αυτό που είναι.
*
Αν σαν πεθάνω, θελήσουν να γράψουν τη βιογραφία μου,
Τίποτα πιο απλό.
Έχει μόνο δυο ημερομηνίες –της γέννησης και του θανάτου μου.
Ανάμεσα στη μια και την άλλη όλες οι μέρες είναι δικές μου.
Είμαι εύκολος στον ορισμό μου.
Έζησα σαν καταραμένος.
Αγάπησα τα πράγματα χωρίς καμία συναισθηματικότητα.
Ποτέ δεν είχα επιθυμία που δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω, γιατί δεν τυφλώθηκα ποτέ.
Ακόμη και το ακούω ήταν πάντα για μένα συνοδευτικό του βλέπω.
Κατάλαβα ότι τα πράγματα είναι πραγματικά και διαφορετικά όλα μεταξύ τους.
Το κατάλαβα με τα μάτια, ποτέ με τη σκέψη.
Αν το καταλάβαινα με τη σκέψη θα ήταν σαν να τα ’βρισκα όλα ίδια.
Μια μέρα με τύλιξε ο ύπνος σαν οποιοδήποτε παιδί.
Έκλεισα τα μάτια και κοιμήθηκα.
Πέραν αυτού, είμαι ο μοναδικός ποιητής της Φύσης.


Παραίτηση

Πάρε με, ω νύχτα αιώνια, στην αγκαλιά σου
Και γιο σου ονόμασέ με.
Είμαι ένας βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο μου, από όνειρα και κούραση φτιαγμένο.
Το σπαθί μου, βαρύ για τα κουρασμένα μπράτσα μου,
Σ’ αρρενωπά κι ήρεμα χέρια παρέδωσα.
Σκήπτρο και στέμμα –τα ’φησα
Στον προθάλαμο, στο δάπεδο κομμάτια.
Την πανοπλία μου, τόσο ανώφελη,
Τα σπιρούνια μου, με το μάταιο κουδούνισμά τους
Τ’ άφησα πάνω στα κρύα σκαλοπάτια.
Αποδύθηκα την πραγματικότητα, ψυχή τε και σώματι,
Κι επέστρεψα στην κρύα και ήρεμη νύχτα
Σαν το τοπίο όταν αργοπεθαίνει η μέρα.

Fernando Pessoa
Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα