Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ασύνδετα Ποιήματα

Όταν θα ξαναδώ την άνοιξη
Μπορεί πια να μη βρίσκομαι σ’ αυτό τον κόσμο.
Και τι δεν θα’ δινα για να’ ναι η άνοιξη άνθρωπος
Και να μπορώ να σκέφτομαι πως θα ’κλαιγε
Γιατί έχασε το μοναδικό της φίλο.
Αλλά η άνοιξη δεν είναι κάποιο πράγμα:
Είναι ένας τρόπος του λέγειν.
Μήτε τα άνθη ξανάρχονται, μήτε τα πράσινα φύλλα.
Καινούργια είναι τα άνθη, καινούργια τα πράσινα φύλλα
Άλλες οι γλυκές μέρες.
Τίποτα δεν επιστρέφει, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται, γιατί όλα είναι πραγματικά.
*
Αν σαν έρθει η άνοιξη,
Έχω ήδη πεθάνει
Τα λουλούδια το ίδιο θα ανθίσουν
Και τα δέντρα το ίδιο πράσινα θα’ ναι με την περασμένη άνοιξη.
Η πραγματικότητα δεν με χρειάζεται.
Αισθάνομαι χαρά απέραντη
Σαν σκέφτομαι πως ο θάνατός μου δεν έχει σημασία καμιά.
Αν ήξερα πως αύριο θα πεθάνω
Και η άνοιξη θα’ ρχόταν μεθαύριο
Θα πέθαινα ευτυχής, γιατί θα’ ρχόταν μεθαύριο.
Αν τότε είναι η ώρα της, στην ώρα της δεν πρέπει να’ ρθει;
Χαίρομαι που όλα είναι πραγματικά και καθώς πρέπει
Και χαίρομαι γιατί έτσι θα ήταν, ακόμη κι αν δεν χαιρόμουν.
Γι αυτό αν πεθάνω τώρα, θα πεθάνω ευχαριστημένος,
Γιατί όλα είναι πραγματικά και καθώς πρέπει.
Μπορούν στα λατινικά να προσεύχονται πάνω απ’ το φέρετρό μου, αν τους αρέσει.
Κι αν τους αρέσει, ας χορεύουν κι ας τραγουδούν ολόγυρά του.
Δεν έχω προτιμήσεις για όταν πια δεν θα μπορώ να έχω προτιμήσεις.
Ότι γίνει, όταν θα γίνει, θα είναι αυτό που είναι.
*
Αν σαν πεθάνω, θελήσουν να γράψουν τη βιογραφία μου,
Τίποτα πιο απλό.
Έχει μόνο δυο ημερομηνίες –της γέννησης και του θανάτου μου.
Ανάμεσα στη μια και την άλλη όλες οι μέρες είναι δικές μου.
Είμαι εύκολος στον ορισμό μου.
Έζησα σαν καταραμένος.
Αγάπησα τα πράγματα χωρίς καμία συναισθηματικότητα.
Ποτέ δεν είχα επιθυμία που δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω, γιατί δεν τυφλώθηκα ποτέ.
Ακόμη και το ακούω ήταν πάντα για μένα συνοδευτικό του βλέπω.
Κατάλαβα ότι τα πράγματα είναι πραγματικά και διαφορετικά όλα μεταξύ τους.
Το κατάλαβα με τα μάτια, ποτέ με τη σκέψη.
Αν το καταλάβαινα με τη σκέψη θα ήταν σαν να τα ’βρισκα όλα ίδια.
Μια μέρα με τύλιξε ο ύπνος σαν οποιοδήποτε παιδί.
Έκλεισα τα μάτια και κοιμήθηκα.
Πέραν αυτού, είμαι ο μοναδικός ποιητής της Φύσης.


Παραίτηση

Πάρε με, ω νύχτα αιώνια, στην αγκαλιά σου
Και γιο σου ονόμασέ με.
Είμαι ένας βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο μου, από όνειρα και κούραση φτιαγμένο.
Το σπαθί μου, βαρύ για τα κουρασμένα μπράτσα μου,
Σ’ αρρενωπά κι ήρεμα χέρια παρέδωσα.
Σκήπτρο και στέμμα –τα ’φησα
Στον προθάλαμο, στο δάπεδο κομμάτια.
Την πανοπλία μου, τόσο ανώφελη,
Τα σπιρούνια μου, με το μάταιο κουδούνισμά τους
Τ’ άφησα πάνω στα κρύα σκαλοπάτια.
Αποδύθηκα την πραγματικότητα, ψυχή τε και σώματι,
Κι επέστρεψα στην κρύα και ήρεμη νύχτα
Σαν το τοπίο όταν αργοπεθαίνει η μέρα.

Fernando Pessoa
Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Βιβλίο

Μεγάλοι δρόμοι
Διηγήματα
Λένα Κιτσοπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010
Σελ. 227

«Τα μεγάλα ταξίδια και οι μεγάλες διαδρομές συμβαίνουν καμιά φορά μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα. Το μυαλό διανύει αποστάσεις τρελές την ώρα που τα πόδια μένουν καρφωμένα στο πάτωμα. Οι άνθρωποι των μεγάλων δρόμων παλεύουν με τη μοναξιά τους, επουλώνουν τις πληγές τους, σκοτώνουν το παρελθόν μέχρι που αυτό ξανάρχεται και τους χτυπά την πόρτα. Αγριεύουν και ημερεύουν όπως τα σκυλιά, ανάλογα με τις ορέξεις τους, έρμαια του χαρακτήρα τους, αυτής της αβύσσου που δεν την επέλεξαν, δεν αποφασίζουν για τίποτα, αντιδρούν μόνο στον συναγερμό του εγκεφάλου, όταν αυτός ενεργοποιείται και βουίζει μέσα στ’ αυτιά τους.»

Η Κιτσοπούλου με το τρίτο της έργο κατάφερε να μας δώσει μια περιγραφή του σύγχρονου Έλληνα, κυνική, αναρχική και ευφυέστατη. Πρόκειται για δέκα διηγήματα γραμμένα σε μια καθημερινή γλώσσα, σχεδόν πρωτόγονη που φτάνει στα όρια της σκληρότητας. Οι ήρωές της είναι εγκλωβισμένοι στα πάθη, τις αδυναμίες και τις επιθυμίες τους,. Η ίδια τους παραθέτει με διάθεση ξεγυμνώματος, χύμα, αλλά με συμπάθεια. Νέοι και μεσήλικες, γερασμένοι μέσα στις αγκυλώσεις τους, κλυδωνίζονται ανάμεσα στο θέλω και το μπορώ, ανάμεσα στην περιρρέουσα ηθική και την αναζήτηση για κάτι άλλο, καλύτερο κι ελπιδοφόρο. Άνθρωποι της θλιβερής επαρχίας ή χαμένοι στην πρωτεύουσα, που καταδυναστεύονται από το ψέμα και την τυραννική κληρονομιά τους.
Φαίνεται παράξενο αλλά το γλυκό και συνάμα θυμωμένο μουτράκι της συγγραφέα έχει ζήσει πολλά κι έχει απορροφήσει σαν σφουγγάρι οτιδήποτε συμβαίνει γύρω για να το αποτυπώσει με μανία και ταλέντο. Ο λόγος της αγριάδας στο γράψιμο είναι ο εσωτερικός της κόσμος, η ίδια δηλαδή. Παράλληλα, ανατρέπει αδιάκοπα την τραγωδία με ένα σαρκασμό που κόβει φλέβα. Αντιστρέφει την πραγματικότητα με επιδεξιότητα εντελώς ρεαλιστική. Δεν υπάρχει εδώ το εξυπνακίστικο τέχνασμα της φιλο-σουρεαλιστικής γραφής. Τίποτε μοντέρνο, ούτε μεταμοντέρνο. Ένα μπάχαλο. Όπως είναι η ζωή μας σήμερα.
Τα θέματα του βιβλίου, η μοναξιά, η κατάθλιψη, η κακοποίηση, τα παιδικά τραύματα, η ασχήμια, η περιθωριοποίηση, ο θυμός και ο πόνος ξεκαθαρίζουν μέσα στο βρισίδι, τον τσαμπουκά και την υπόδυση καθημερινών ρόλων. Το μεγάλο θέμα όμως είναι ότι τα πρόσωπα βιώνουν την απόλυτη απόγνωση πολλές φορές ασυνείδητα κι εμείς παρακολουθούμε την ανατριχιαστικά λεπτομερή αφήγηση με διαστροφική τρομολαγνεία. Οι «Μεγάλοι δρόμοι» , χαρακτηριστικό δείγμα νεοκαταραμένης λογοτεχνικής γραφής είναι βίαιο, ωμό, γκροτέσκο, χυδαίο και τραγικά αληθινό. Και το πλέον ανατριχιαστικό είναι ότι σε όλα τα διηγήματά της μέσα μπορούμε όχι μόνο να ταυτιστούμε με τα πρόσωπα αλλά και να καθρεφτιστούμε εμείς οι ίδιοι και τα πιο κρυφά μας πάθη.
Η ίδια σε συνέντευξή της μιλά για το τσεμπέρι της μήτρας και ορίζει την επικοινωνία των εγκεφάλων ως κοινή πατρίδα. Γράφει για τον έρωτα και από έρωτα και εξηγεί γιατί η μοναξιά μπορεί να είναι ελευθερία. Σημειώνει ότι η Ελλάδα σου ρουφά τα νιάτα και το αίμα αλλά εδώ μιλά και γράφει ελεύθερα. Ερωτεύεται και κάνει φίλους. Και εν τέλει, μέσα στη φύσει απαισιοδοξία της και στην αθλιότητα της κοινωνίας βλέπει να υπάρχει πάντα λίγο φως…

Βιβλίο

Απόψε δεν έχουμε φίλους
Σοφία Νικολαίδου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010
Σελ. 272
Ο τίτλος είναι ένα σύνθημα από τις εξεγέρσεις των μαθητών και φοιτητών το Δεκέμβριο του 2008 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης «Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά. Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται; Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη; Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει; » σημειώνει ο εκδότης.
Η αφήγηση παλινδρομεί ανάμεσα στο πριν και το μετά, ανάμεσα στην περίοδο της Κατοχής και τη δεκαετία του 1980, σμιλεύοντας σιγά σιγά την προσωπικότητα των χαρακτήρων και αντιπαραθέτοντας συνεχώς τα δύο άκρα του χρονικού φάσματος, για ν’ αποτυπώσει ευκρινέστερα την εξέλιξή τους.
Στο τρίτο της μυθιστόρημα η Νικολαίδου καταφέρνει να αρθρώσει ένα μεστό και ώριμο λόγο, να πειθαρχήσει τις αφηγηματικές τεχνικές της και να δώσει ένα ενδιαφέρον και αξιόλογο βιβλίο για μια ταραγμένη εποχή που λανθασμένα νομίζουμε ότι έχει παρέλθει. Όπως και σε άλλα παρόμοια θέματα καταρρίπτονται μύθοι , αλήθειες και ψέματα βαδίζουν παράλληλα στη σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων και με τον πιο απλό τρόπο, με την ξεκάθαρη σκιαγράφηση χαρακτήρων και προσώπων ανασκαλεύουμε παλιές πληγές που κακοφορμίζουν ακόμα εθνική (;) και ατομική σύγχυση, ενοχή και πόνο. Συνοψίζει εύστοχα την ελληνική περιπέτεια (προπαντός την περιπέτεια των συνειδήσεων) από την Κατοχή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980 (παραλείπεται όμως η σκοτεινή περίοδος του εμφυλίου) διαλέγοντας ως παραδειγματική περίπτωση τις διεργασίες εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας της Θεσσαλονίκης το ίδιο διάστημα.
Σ΄ ένα σχετικά μικρής έκτασης μυθιστόρημα η συγγραφέας, με ζηλευτή οικονομία έκφρασης κατορθώνει να καλύψει χρονικά μισόν αιώνα νεότερης ελληνικής Ιστορίας και μοιράζει την προσοχή της σχεδόν ισόνομα σε πολύ διαφορετικούς ανθρώπους διαφορετικών γενεών και συμπλέκει με πειστικό τρόπο τις τύχες τους σ’ έναν μύθο-σχόλιο για τις σχέσεις Ιστορίας, πολιτικής ταυτότητας και προσωπικού ήθους στην ειδική περίπτωση της σύγχρονης ελληνικής εμπειρίας. Σαφώς και τοποθετείται η συγγραφέας. Το πολιτικό ύφος (και ήθος) του βιβλίου συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του καθηγητή Σουκιούρογλου (ένας από τους ακυρωμένους ήρωες της ιστορίας) και στην έρευνά του. Παράλληλα, άνθρωποι που θα φαίνονταν παρανοϊκοί στις μέρες μας (και ενδεχομένως να σκότωναν κατά συρροή αντίπαλους οπαδούς) ανερυθρίαστα καταδίκασαν σε εξευτελισμό ή και θάνατο συμπολίτες τους στο όνομα μια ιδέας (;) ή ενός αρρωστημένου πάθους.
Τελικά τίποτε δεν έγινε τόσο παλιά. Τα πρόσωπα ζουν ή κινούνται ανάμεσά μας. Οι πρωταγωνιστές μετανοημένοι ή αμετανόητοι ή αλλαξοπιστήσαντες εν μια νυχτί έχουν καθορίσει ο καθένας στον μικρόκοσμό του, την πορεία πολλών ανθρώπων, τη μοίρα ενός ολόκληρου λαού που εμπερικλείει τα πάντα: Δοσίλογους, εθνοσοσιαλιστές, ρατσιστές, αριστερούς, πασόκους, ιδεολόγους, ιδεολήπτες και ανένταχτους. Συγχυσμένοι άπαντες. Έννοιες όπως πατριώτης, προδότης, καιροσκόπος, θύμα και θύτης συγχέονται κάτω από το πρίσμα των προσωπικών παθών και της αδυναμίας να δούμε τα πράγματα έξω από το εγώ μας. Και τι θα πει λαός δηλαδή; Αυτός ο λαός δεν έχει πρόσωπο; Κι αν όπως λέει ο Σμέμαν έχει συλλογική ευθύνη, τότε η δικαιοσύνη του πώς ορίζεται; Στην αρχή του βιβλίου η συγγραφέας προτάσσει: «Όποιος θυμάται να του βγει το μάτι. Όποιος ξεχνάει να του βγουν και τα δυο.» Μήπως η μνήμη μπορεί να μας συνετίσει; Γιατί ποιος μας εγγυάται ότι αυτή η πατρίδα δεν πεθαίνει ποτέ; Μήπως με τη θνητότητά μας πρέπει να αναμετρηθούμε όλοι ;

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

ΒΙΒΛΙΟ

Η βουή και η μανία
Ουίλλιαμ Φώκνερ
Εκδόσεις Καστανιώτη
2010
Σελ. 333
Ο Φώκνερ υπήρξε ιδιοφυής, μοναχικός, ιδιόρρυθμος και αλκοολικός. Η τραγικότητα της ζωής του αλλά και το πάθος και το χάρισμά του να γράφει και να διεισδύει στην ανθρώπινη συνείδηση πέρασαν στα έργα του με ορμή, και αυθεντικότητα. Ο τίτλος του κορυφαίου έργου Η βουή και η μανία προέρχεται από την πέμπτη σκηνή στην πέμπτη πράξη του σαιξπηρικού Μακμπέθ.
Πρόκειται για την ιστορία μιας τυπικής οικογένειας του αμερικανικού Νότου που ζει φυλακισμένη στο παρελθόν της. Παραβιάζοντας με εκπληκτική τεχνική την παραδοσιακή πεζογραφική αφήγηση, ο συγγραφέας αναπτύσσει την ιστορία του μέσω των αδελφών της οικογένειας Κόμπσον, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα και ειδικά η μητέρα και ο πατέρας σκιαγραφούνται ξεκάθαρα μέσα από τις ανεξάρτητες αφηγήσεις . Ο πρώτος αδελφός είναι πνευματικά καθυστερημένος, ο δεύτερος αιμομίκτης και ο τρίτος κωμικός σε βαθμό εξορισμού. Τα τρία αδέλφια είναι αφηγητές των τριών πρώτων κεφαλαίων. Όλα μιλούν για την αδελφή τους στήνοντας το πορτρέτο της μέσω των προσωπικών τους αναμνήσεων και ορίζοντάς της ως το πρόσωπο για το οποίο γράφεται κάθε λέξη. Το κάθε κεφάλαιο έχει την ιδιαιτερότητά του και το ύφος του, το οποίο πηγάζει από την προσωπικότητα του αφηγητή. Το πρώτο είναι αποσπασματικό και ωμό, το δεύτερο ιμπρεσιονιστικό, σκοτεινό και ονειρικό και το τρίτο ρεαλιστικό. Στο τέταρτο κεφάλαιο η οικογένεια ξεθωριάζει ή εκπίπτει ( σαν να εκπίπτει ολόκληρο το κοινωνικό στερέωμα) και η αφήγηση με βιβλικές αναφορές και τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται συνήθης, αποστασιοποιείται από τη δραματικότητα της οικογένειας χωρίς ωστόσο να τη μειώνει.
Τα μυστικά που αποκαλύπτονται, είτε με ποιητική κινηματογραφικότητα, είτε με μακρές περιόδους λόγου χωρίς παύσεις, συμβάλλουν στην ένταση χωρίς να οδηγούν στη λύτρωση. Τα σύνδρομα του Οιδίποδα και της Ηλέκτρας, ο αυτοματισμός στο λόγο, τα ζουμαρίσματα σε λεπτομέρειες εκ προοιμίου αχρείαστες, οι εμμονές των προσώπων, οι πόθοι και κυρίως οι φόβοι, καθιστούν το έργο μια σπουδή στο υποσυνείδητο όχι μόνο των ηρώων αλλά και του ανθρώπου παγκόσμια.
Αυτό το έργο της προδοσίας, της αγωνίας και της ασυνέχειας, του ανομολόγητου κρίματος, της παράλυσης που συνεπαίρνει τον αναγνώστη όπως ο φόβος καθηλώνει το θύμα μπροστά στον δολοφόνο είναι η ακραία μορφή της ψυχικής βίας στη σύγχρονη λογοτεχνία. Το ασύμβατο παρελθόν από το οποίο προσπαθούν τόσο εναγωνίως να απαλλαγούν τα πρόσωπα εν τέλει πολλαπλασιάζεται στο παρόν. Η αρχέγονη βία και το τραγικό συγχρονίζονται. Ο πατέρας είπε ότι ο άνθρωπος είναι το άθροισμα των ατυχιών του και η μητέρα συγχύζει την ηθικολογία με την αμαρτία, όλοι δηλητηριασμένοι από την ενοχή και την αμετανοησία, έχουν καταληφθεί από «μοίρα αιμοβόρα» θυμίζοντας τον Οιδίποδα, την άγνοια του λάθους και την πορεία προς την αλήθεια.
Αυτός ο «μοναχικός λύκος», που έζησε σε μια μικρή επαρχία της Πολιτείας του Μισισιπή, δεν είχε ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, γνώρισε τη διασημότητα σε σχετικά μεγάλη ηλικία - και μάλιστα μετά την απονομή του βραβείου Νομπέλ το 1949 -, για πολλά χρόνια υπήρξε αλκοολικός και απέτυχε να σταδιοδρομήσει ως σεναριογράφος στο Χόλιγουντ. Πεθαίνοντας στα 65 του χρόνια άφηνε πίσω του ένα έργο που θα σημάδευε ανεξίτηλα την πεζογραφία του 20ού αιώνα και όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί αλλά και κανένας ως τώρα δεν κατάφερε να μιμηθεί. Υπήρξε απόλυτα αφοσιωμένος στο έργο του, γι' αυτό και το μόνο που ήθελε να γράφει η επιτύμβια πλάκα στον τάφο του ήταν: «έγραψε βιβλία και πέθανε».

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Στίχοι

Απογυμνωτής καλωδίων

Ο τόπος κοινός.
Ερυθρός, με βαλβίδες, κοιλίες, υγρασίες
Πάλλεται σ’ όλα τα σώματα
Έχει ρυθμό και απλότητα.
Τον ορίζουν τα πρόσωπα των άλλων
Που κουβαλάμε εκ γενετής για ν’ αγαπήσουμε.
Ως τη στιγμή που φτάνει ο έρωτας
Να κάνει τα ασήμαντα σπουδαία
Και μέγιστα τα μικρά.
Είναι μια εμπειρία έξω από μας
Καθόλα χειρωνακτική, παρόλ’ αυτά απλή
Σαν φυσική αλλαγή ονομάτων.
Όπως όταν σε είδα και γέμισε η νύχτα φως.
Κύματα ευφορίας κάλυψαν τα σκληρά υλικά
Κάθε καλό αγωγό της θλίψης. Κι εκείνη
Η πρώτη χαρά σήμανε τη ροή του αίματος για πάντα.
Έκτοτε γυρίζω με καλώδια γυμνά
Στην ακτή των ευνοημένων
Στις παρυφές του εσύ. Εκεί που το εγώ μου
Γίνεται παιδί και παίζει σχοινάκι όλο το απόγευμα.

Νένα Φιλούση

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Ποίηση

Το γυαλί


Σπάει και κόβει τα χέρια σου
κρατάει κρύο το νερό που πίνεις
διατηρώντας τις ασφαλείς αποστάσεις ανάμεσά μας.
Δεν είναι τυχαίο που γίνονται από γυαλί
κτίρια και γραφεία
τραπέζια για φαί
και σχέσεις.

Με την κατάλληλη επεξεργασία γίνεται καθρέφτης.
Σπάει παντού και σε κόβει
κρατάει κρύο το χαμόγελο
διατηρώντας την εγωπάθεια ζωντανή
κι αποσπά την προσοχή από το μέσα μας.

Κάποτε για το γυαλί θα γράψω κάτι.








Αποκλειστική ενασχόληση


Όταν σμιλεύεται ένα ποίημα
δε γράφεται τίποτα καινό στο νου
κανένας στίχος δε γεννιέται
ούτε μύθος
ούτε θρήνος.
Οι λέξεις που διαλέγεις μαλακώνουν
για να ζυμωθούν
για να πονούν λιγότερο.
Η θέση που ορίζεις για το ανάμεσα ή το περίπου
είναι αυθαίρετη
και η δειλία σου κάνει το «και» μεγάλο και τρανό.
Οι περιττές αναφορές ζυγώνουν
και γελούν με το χρόνο που αφιέρωσες
κυρίως για τον τίτλο.







Δήθεν


Ήμουν πάντα αφοσιωμένη στην κυριολεξία
μ’ εμμονή που απογυμνώνει
τις σιωπές
και θρονιάζει την αληθοφάνεια
στο τραπέζι το μεγάλο, το καλό.
Για παράδειγμα.
Αν πετά χαμηλά ένα πουλί
Λέω: πλησιάζει στη γη το φως.
Κι όταν μας απειλεί ο πόλεμος
Λέω: τρώγοντας έρχεται η όρεξη.

Υποψήφιες αγάπες ενίοτε γυρεύουν
αποδείξεις καλής θελήσεως
συγκεκριμένων προδιαγραφών.
Όσα εκατοστά χαμόγελο
τόσες προσκλήσεις για καφέ
πάρτι γενεθλίων ή Χριστουγέννων
εκδρομές με συγγενείς ή φίλους.

Θέλω να ξέρω τι εννοούν.
Ελάτε να πιούμε έναν καφέ μετά δακρύων;
Να φάμε μαζί μη βάλουμε τα κλάματα γιορτή που είναι;
Ή να καθόμαστε πολύ κοντά
να μην ακούγεται ο χρόνος;

Ήμουν πάντα μανιακή της όρασης
τόσο οικειοποιήθηκα τους οφθαλμούς των άλλων.

Νένα Φιλούση

Ποίηση

"…μια από τις πέντε αισθήσεις / ήταν αρκετή / όταν η ζωή είχε μια παραπάνω αρετή / την αλήθεια".
"Αλλά ο έρωτας είναι / η πιο σκληρή απελπισία / δεν περιέχει το τέλος του / σαν όλα τα παρήγορα πράγματα / της φύσης…".

Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ

Ποίηση

Ποτάμι ποίημα

………………………
Όμως το ποίημα είναι ποτάμι
Και μια υγρασία θαυμαστική
Θαρρώ γλυκαίνει τη σιωπή απ’ την οργή της
Αν την πρόδωσα. Δε φταίω, τ’ ορκίζομαι.
……………………………..
……………. Αλλά το ποίημα
Είναι ποτάμι από δάκρυα ξένα. Παιδί που αντρώθηκε
Συχνά το βλέπω να γυρνάει προς την πηγούλα του.
Κι όταν φουσκώνει
Απ’ την πολλήν αγάπη,
Πνίγει.



Α. Φωστιέρης
(Η Σκέψη ανήκει στο Πένθος)

Ποίηση

« Δεν είναι οι μέρες που θα ΄ρθουν τις άλλες τρέμω / Που ήρθαν και θρονιάστηκαν την αίγλη επετείων διεκδικώντας / Αυτές που βολεύτηκαν ανάμεσα στο χθες και το αύριο / Δεν χώρεσαν στο ημερήσιο σώμα τους / Το φως και το σκοτάδι τους δεν έλιωσε / Μες στην τακτή διάρκεια της ταφής τους ».

Κώστας Παπαγεωργίου

Περί τέχνης...

“Ο Λυπημένος δεν έδειχνε λύπη, αλλά το πρόσωπό του είχε μιαν έξαψη και προκαλούσε τρόμο. Αλλά εκείνο που προκαλούσε τρόμο, προκαλούσε δέος, η πελώρια αμφίεσή του. Ο Λυπημένος είναι στολισμένος εκθαμβωτικά. Ποτέ άνθρωπος στον κόσμο δεν στολίστηκε τόσο και δεν παρουσιάστηκε. Σαν ένας πύργος από αστραφτερά υφάσματα και τεντωμένα. Κεραίες και σκαλωσιές στηρίζουν την πελώρια του πρόσοψη. Σαν ένα πλατύ κι ορθωμένο λοφίο, λύγιζε προς τα πίσω και ταλαντευόταν σε κάθε κίνηση του Λυπημένου. Έχει διάμετρο ως δέκα μέτρα κι από τις άκρες ανέμιζαν ξεσκισμένα λάβαρα και φυλαχτά, κολλημένα σαν μαγνητισμένα, δυσδιάκριτα και τρομαχτικά πράγματα και ράκη ζώων και ανθρώπων και όλα μαζεμένα με μια μανιασμένη φιλαρέσκεια και συνέχεια να ξεκολλάν και πέφτουν καταγής και χαμηλά διακρίνεται το τρομερό του πρόσωπο. Κι όλο εκείνο το τέμπλο που βάδιζε, έκρυβε και σιγά σιγά αφανιζόταν, λες και το φως της μέρας να έτρωγε σιγά σιγά εκείνο το υπερφυσικό και υπέροχο ανθρώπινο ικρίωμα.”

Αυτός θα μπορούσε να είναι ο Λόγος της Τέχνης, μια πελώρια αμφίεση, το υπερφυσικό και υπέροχο ανθρώπινο ικρίωμα με κολλημένα πάνω του κομμάτια από τον κόσμο. Αλλά εκείνο που πάνω απ όλα χαρακτηρίζει τον Λόγο της Τέχνης, είναι ότι πάει να γίνει πάντα υπερανθρώπινος και υπερσωματικός. Μια δηλαδή στο έπακρο διεσταλμένη ανθρώπινη μορφή, που είναι έτσι μεγεθυμένη ώστε να τη δει μάτι που να μην είναι ανθρώπου.
Εάν το αίτημα των φυσικών και φιλοσοφικών αναζητήσεων του ανθρώπου είναι να εννοήσει ο άνθρωπος τον κόσμο, η Τέχνη αντιστρέφει αυτό το αίτημα. Το τρομαχτικό αίτημα που θέτει η Τέχνη είναι να εννοηθεί ο άνθρωπος από τον κόσμο…

Γιώργος Χειμωνάς

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Ποίηση

Δίψα


Πάνω από ένα πηγάδι
σκύβουμε κουρασμένοι σε νερό διάφανο
και γίνονται όλα αβαθή
ελαφρά και αθώα
σε ρυθμό αργοκίνητων βλεφάρων.

Άλλοτε το νερό έχει μια γεύση ματαίωσης
όπως όταν είπαμε φτου κι ελευθερία
και μας είπαν όχι, παίξτε μόνοι σας.
Ωστόσο τίποτε δεν είναι όπως παλιά
ο Νοέμβριος τώρα κρύβει καλοκαίρια
που καίνε όλες τις μνήμες
όλα τα επίτηδες αφημένα χνάρια ατυχών ερώτων.

Πάνω από το πηγάδι
η ομορφιά του κόσμου πιάνει φωτιά
αγγίζονται τόσα σώματα
και τρέμει το νερό.

Επιπλέον είναι μοναδική αυτή η ιδιότητά του
να μας ενοχοποιεί για αφωνία
ή παιδικές εξομολογήσεις.
Ακόμα.

Νένα Φιλούση
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΛΥΔΙΑ ΚΟΝΙΟΡΔΟΥ
«Σαν νερό στην έρημο το θέατρο…»

Κυρία Κονιόρδου, πώς σας φαίνεται το κυπριακό κοινό μετά και από την τελευταία σας εμπειρία στο νησί;
Στην Κύπρο ήρθα πολλές φορές. Ήρθα με τη Φόνισσα, τις Χοηφόρες, την Ηλέκτρα, την Ιφιγένεια, τις παλιές Χοηφόρες πιο παλιά… Το κοινό είναι πάρα πολύ καλό, φρέσκο, έξυπνο κι ευαίσθητο, αντιλαμβανόταν το χιούμορ, έκανε διάλογο. Στην Αθήνα δεν έχουμε συνηθίσει αυτό το διάλογο. Είναι ωραίο κοινό κι έχει δημιουργήσει μια ωραία παράδοση και ο ΘΟΚ και οι άλλοι θίασοι που δουλεύουν εδώ. Χαίρομαι πολύ όταν έρχομαι, μ’ αρέσει και ως τόπος αλλά και οι άνθρωποι, έχω πολλούς φίλους στο νησί.
Ωστόσο το αθηναϊκό κοινό θεωρείται πιο πεπαιδευμένο.
Είναι όμως και κουρασμένο καμιά φορά, ίσως γιατί έχουν δει πολύ θέατρο. Γι’ αυτό μ’ αρέσει να δουλεύω και εκτός Αθηνών, στα ΔΗΠΕΘΕ, να κάνω περιοδείες, αισθάνομαι ότι με αναζωογονεί αυτή αγνότητα και η φρεσκάδα του κοινού. Έρχεται με μια λαχτάρα περιμένοντας κάτι από σένα. Ενώ το κοινό που είναι πιο πολύ «γνώστης» φαίνεται και πιο βαριεστημένο και περιμένει να το πείσεις γι’ αυτό που θα του δείξεις. Είναι πιο κορεσμένο και άρα πιο αυστηρό. Γενικά όμως οι καλές παραστάσεις αγαπήθηκαν παντού.
Πείτε μας δυο λόγια για την «Κυρία Κούλα»
«Η κυρία Κούλα» στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα και βασίζεται σε μια ελεύθερη μεταγραφή του Άκη Δήμου που κρατάει το πνεύμα του έργου αλλά το μεταφέρει σε μια θεατρική δραματουργία. Όλη η παράσταση στηρίχτηκε σ’ αυτή τη μεταφορά με αφαιρετικά στοιχεία και όχι με νατουραλιστικά όπως το τρένο και ο περίγυρος. Περισσότερο επικεντρώθηκε στις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα, κυρίως του Μίμη και της Κούλας. Είναι μια πολύ κοινότοπη ιστορία όπως λέει το έργο μέσα, μιας μεσήλικης γυναίκας που συνδέεται ερωτικά με ένα νεαρό. Γνωρίζονται μέσα στο τρένο και κάνουν μία σχέση, η οποία κάποια στιγμή τελειώνει. Μέσα από αυτό το στιγμιότυπο, ο συγγραφέας και η παράστασή μας αναζητά αυτή την ψυχική ανάγκη των ανθρώπων να υπερβούν τις μικρές τους φυλακές, τους ρόλους μέσα στους οποίους η κοινωνία αλλά και οι ίδιοι έχουν εγκλωβίσει τον εαυτό τους, αυτό που λέει η κυρία Κούλα, η λίμνη μας την οποία δε θα επιτρέψουμε σε καμία φωτιά να την απειλήσει ή να την καταστρέψει και δεν μπορεί και να την κάψει γιατί ακριβώς είναι σε μια λίμνη που χουμε κτίσει το σπίτι μας. Όμως, η ανάγκη της ψυχής να ενωθεί πέρα από τις συμβάσεις με μια άλλη ψυχή είναι βαθύτατη και υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους. Γι’ αυτό βρίσκει ως όχημα τον έρωτα και την ερωτική σχέση. Η ψυχή εκφράζεται μέσα απ’ τον έρωτα.
Ο έρωτας έχει τέλος;
Ο έρωτας είναι μια ευρύτερη έννοια που πραγματώνεται μέσα από την εμπειρία της σχέσης που δημιουργούμε στη μικρή μας ζωή. Η ίδια η έννοια του έρωτα δεν έχει τέλος γιατί η φύση στηρίζεται στον έρωτα, την ένωση, τη σύνθεση. Επομένως δεν μπορεί να τελειώσει ο έρωτας. Όλη η εξέλιξη της ζωής στηρίζεται στον έρωτα, στην ανάγκη δηλαδή ένωσης και υπέρβασης του εαυτού. Όταν ενωνόμαστε με κάτι άλλο, δεν είμαστε πια ο εαυτός μας, είμαστε ένα καινούργιο σύνολο, εγώ και ο άλλος μαζί. Υπέρβαση του δικού μας μικρού χώρου. Της ατομικότητάς μας. Με την ένωση με ένα άλλο πλάσμα φεύγουμε από τα δικά μας στενά όρια και ανακαλύπτουμε κάτι που δεν το γνωρίζαμε, ένα καινούργιο τρόπο ύπαρξης.
Αν ο έρωτας είναι έξοδος από το εγώ, τότε πρόκειται για τη θεολογία της ζωής μια και η συμμετοχή στη δυαδική σχέση σε πάει κάπου αλλού…
Ακριβώς αυτό λέει και ο Μίμης, το νέο πλάσμα που αναζητά τη ζωή του, μέσα στο έργο, ότι γι’ αυτόν ο έρωτας είναι ένας χώρος που δεν τον ξέρει και θέλει να μπει μέσα σ΄ αυτόν, να τον γνωρίσει και να απελευθερωθεί, να φύγει, να γνωρίσει πράγματα που δεν μπορεί να τα ελέγξει, που τον πηγαίνουν σε άγνωστες καινούργιες σφαίρες, που τον διευρύνουν ως άνθρωπο. Αυτό είναι ο έρωτας. Κι ο Μίμης έχει έναν πολύ ωραίο μονόλογο σχετικό. Θέλει να μάθει τον έρωτα πέρα από τις συμβάσεις, τις μιζέριες και την ασφάλεια να γυρνάμε στο «σπιτάκι»μας. Ο άνθρωπος βέβαια τα χρειάζεται και τα δυο. Και την ασφάλεια και αυτή την αναζήτηση.
Έχετε πρόσφατα σκηνοθετήσει την Τρισεύγενη στο Εθνικό. Πώς ήταν η εμπειρία αυτή;
Είναι ένα σπουδαίο έργο. Το μοναδικό θεατρικό του Παλαμά. Έχει πολλά κοινά με την Κυρία Κούλα. Είναι η ψυχή που θέλει να απελευθερωθεί, να ζήσει πέρα από συμβάσεις, αλλά καταστρέφεται από τους φόβους και τις συμβάσεις του κόσμου. Η Τρισεύγενη μέσα από τον έρωτα προσπαθεί να ανοίξει τα φτερά της αλλά η σύμβαση της οικογένειας, του γάμου την φυλακίζει. Καθοριστικό για την εποχή μας έργο γιατί πια όλοι είμαστε ένα, οι πράξεις, οι δράσεις και οι σκέψεις του ενός επηρεάζουν το σύνολο. Δεν είμαστε αποκομμένοι. Τα πάντα ρει. Συγχρονικό γιατί ξέρουμε ότι αυτό που έχει συμβεί στην Ιαπωνία μπορεί να απειλήσει κι εμάς, ζούμε τις επιπτώσεις πολέμων που έγιναν αλλού, η κρίση πλέον απλώνεται σε όλο τον πλανήτη. Αυτά πλέον τα ξέρει ο καθένας, ότι όλοι είμαστε ένα. Κι αυτό το λέει ο Παλαμάς το 1902 προφητικά.
Το θεατή όμως τον ξενίζει ο Παλαμάς το 2011.
Ναι, όλοι αυτό λένε, το θεωρούν κάτι σκονισμένο, παλιό. Δεν είναι όμως έτσι. Η ποίηση έχει τη δύναμη να ανακαινίζει τα πράγματα.
Φυσικά με τη συνεργεία τη δική σας και των ηθοποιών βγήκε μια παράσταση με φρεσκάδα, ενέργεια. Υπάρχει συνειδητότητα γι’ αυτό που παίζουν.
Χαίρομαι που το λέτε γιατί το αγάπησα το έργο κι έτσι όπως το αποκαλύψαμε στα παιδιά, το αγάπησαν κι οι ηθοποιοί και το υποστηρίζουν. Όλοι τους ταλαντούχοι, πρωτοκλασάτοι, που έχουν κάνει σπουδαία πράγματα και θα κάνουν ακόμη. Ακόμα και τους μικρότερους ρόλους τους αναδεικνύουν σε κομμάτι της δικής μας ύπαρξης με το οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε. Το πιστέψαμε όλοι και το αγαπήσαμε. Δουλέψαμε πολύ πάνω στην προσωπική μας σύνδεση με το έργο, ο καθένας κατέθεσε τη δική του εμπειρία κι έτσι ανήκει σε όλους. Εγώ έδειξα το δρόμο και έδωσα και τους κανόνες του παιχνιδιού. Από κει και πέρα όλοι παίξαμε και αυτό παρουσιάζουμε. Η μουσική παίζεται ζωντανά στην παράσταση, τα σκηνικά είναι φόρος τιμής στο σπουδαίο έργο του Νίκου Στεφάνου που έχει διαπρέψει στο θέατρο ως σκηνογράφος. Θέλοντας να τιμήσουμε αυτό το σεμνό εργάτη της τέχνης στηρίξαμε την έμπνευσή μας για το σκηνικό σε ένα έργο του. Και στα κοστούμια και στην κίνηση έγινε αξιόλογη δουλειά. Η παράσταση έχει μεγάλη απήχηση και με συγκινεί το γεγονός όχι γιατί το έκανα εγώ αλλά γιατί πιστεύω ότι αυτό το έργο σήμερα έχει πάρα πολλά πράγματα να μας πει. Μπορεί να μας ταρακουνήσει, να μας συγκινήσει βαθιά όχι με μελοδραματικό τρόπο για την ιστορία της Τρισεύγενης αλλά για το τι αποκαλύπτεται μέσα από αυτή την ιστορία. Γι’ αυτό το θεωρώ παραβολή όπως είναι οι παραβολές απ’ τη βίβλο. Ιστορίες απλές που αποκαλύπτουν βαθύτερους συμβολισμούς που μας κάνουν να σκεφτούμε για την πορεία μας στη ζωή. Η ανάγκη της ψυχής να ελευθερωθεί και οι αντίθετες δυνάμεις με τις οποίες πρέπει να παλέψει.
Δεν είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετείτε. Διαφορετική εμπειρία από του ηθοποιού…
Σαφώς διαφορετική. Πάντα λέω ότι όταν τελειώνει το έργο αισθάνομαι πολύ μεγάλη μοναξιά. Το παιχνίδι που φτιάξαμε όλοι μαζί, το παίρνουν οι ηθοποιοί και φεύγουν κι εμένα μ’ αφήνουνε μόνη μου και δεν παίζω πια, γιατί πραγματικά όταν η παράσταση ολοκληρώνεται, το έργο ανήκει στους ηθοποιούς. Ανήκω στους σκηνοθέτες που κόβουν τον ομφάλιο λώρο όταν τελειώνουν, μένω μαζί τους για λίγο αλλά μετά το καράβι σαλπάρει χωρίς εμένα. Είναι μια άλλη λειτουργία, σαν να βλέπεις το δρόμο και βοηθάς τους ανθρώπους ν’ ακολουθήσουν αυτή τη διαδρομή και τους ορίζει και τους κανόνες. Από κει και πέρα η εμπειρία ανήκει στους ηθοποιούς. Δεν ανήκω στους σκηνοθέτες που επί χάρτου φαντάζονται κάτι και μετά το εφαρμόζουν πάνω στους ηθοποιούς. Υπάρχει κι αυτή η κατηγορία των σκηνοθετών και κάνουν σπουδαία πράγματα. Εγώ προσπαθώ να βρίσκω μαζί με τους ηθοποιούς λύσεις, να παίζουμε παιχνίδι. Κι αυτοί να καταθέτουν και τη δική τους δημιουργικότητα για να φτιαχτεί κάτι. Μ’ αρέσει αυτό πιο πολύ γιατί ως ηθοποιός νιώθω ότι απελευθερώνει τις δημιουργικές τους δυνάμεις και πιο πολλοί άνθρωποι μπορούν να κάνουν καλύτερα πράγματα από τον ένα. Οι πολλές φαντασίες είναι καλύτερες από του ενός.
Είχατε συνεργαστεί με τον Κουν αρκετά χρόνια.
Ναι και τώρα ξαναγύρισα στο θέατρο Τέχνης και νιώθω πολύ καλά, σε γνώριμη εστία που μου δημιουργεί συγκίνηση γιατί τον Κουν τον αγάπησα πάρα πολύ. Ήταν ο μεγάλος μου δάσκαλος μετά τους δασκάλους μου στη Σχολή. Είμαι τυχερή γιατί στη ζωή μου γνώρισα δύο μεγάλους δασκάλους. Ο ένας είναι ο Κουν και ο δεύτερος ο Βασίλιεφ με τον οποίο κάναμε τη Μήδεια.
Υπήρξε εποχή που ο Κουν, ο Σεβαστίκογλου και άλλοι άνοιγαν δρόμους, χάρασσαν διαδρομές. Υπάρχουν τέτοιες φυσιογνωμίες σήμερα;
Νομίζω ότι πάντα οι άνθρωποι παίρνουν κάτι και το προχωράνε πάρα πέρα. Είμαστε μια εποχή διασποράς δυνάμεων και αναζήτησης νέων κωδίκων. Δεν υπάρχει μια ισχυρή σχολή, μια μέθοδος μεγάλη. Υπάρχουν προσπάθειες. Ίσως έρθει η ώρα για μια Σχολή ή μέθοδο αλλά είμαστε σε περίοδο μεγάλων αλλαγών και ανατροπών, τα πράγματα είναι ρευστά κι έτσι είναι και στο θέατρο. Γίνονται πολύ σοβαρές δουλειές αλλά τα πράγματα είναι διαρκώς σε κίνηση και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες ψάχνουνε πράγματα. Έχουμε πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες παρόλο που οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες για το πώς δημιουργούμε και είμαστε αρκετά αβοήθητοι κι ασυντόνιστοι απ’ την πολιτεία, δεν υπάρχει όραμα πολιτισμού, δυστυχώς. Σαν να είναι ο πολιτισμός, η καλλιτεχνική δημιουργία μια περιττή διακόσμηση. Για κάτι που είναι τόσο σημαντικό για μας τους Έλληνες, που μας κάνει να διαφοροποιούμαστε από άλλους λαούς διαχρονικά, δεν υπάρχει κανένα όραμα. Έχουμε τόσους πολλούς ποιητές, συγγραφείς, εικαστικούς, μουσικούς, σε ένα μικρό τόπο, αυτό είναι που μας κάνει να ξεχωρίζουμε. Δεν έχουμε όραμα του πολιτικού που θα έχει τη διορατικότητα να δει πιο μακριά, πέρα από τις επόμενες εκλογές και να δημιουργήσει θεσμούς που θα λειτουργούν σε βάθος χρόνου, ώστε να μην ανατρέπονται από τον επόμενο υπουργό ή την κάθε αλλαγή κόμματος. Αυτό είναι τραγικό. Κι αν επιτυγχάνουμε σ’ αυτά που κάνουμε οφείλεται ακριβώς στο ότι έχουμε μια φλέβα δημιουργική πάρα πολύ ισχυρή και γι’ αυτό δεν τα βάζουμε κάτω. Δηλαδή από πάνω προς τα κάτω δημιουργείται απόγνωση με την ανεπάρκειά τους. Με ελάχιστες εξαιρέσεις βεβαίως, που χάρις σ’ αυτές επιβιώνουμε αλλά είναι πολύ κατώτερες από το δημιουργικό οίστρο που υπάρχει στην Ελλάδα.
Εσείς υπηρετείτε το θέατρο και ειδικά το αρχαίο θέατρο με συνέπεια και αφοσίωση. Γυρίσατε την πλάτη στην τηλεόραση.
Έχω παίξει σ’ ένα σίριαλ. Το «Φάντασμα» του Ξενόπουλου σε σκηνοθεσία του Διαμαντόπουλου. Το 1988 νομίζω, μικρό, 12 επεισόδια. Ήταν πολύ ωραία εμπειρία γιατί γυρίστηκε κινηματογραφικά, μ’ έναν άνθρωπο που αγαπούσε πολύ αυτό που έκανε, δεν το ξεπέταξε δηλαδή και ξαναπαίχτηκε 3-4 φορές στην ΕΡΤ. Δεν είναι το μέσο αλλά πώς το χρησιμοποιούμε. Δεν έχω δουλέψει στην τηλεόραση γιατί μ’ αρέσει πολύ το θέατρο.
Η στάση σας όμως ενδεχομένως να σας έχει στερήσει αναγνωρισιμότητα και χρήματα που θα είχατε με την τηλεοπτική καριέρα
Αισθάνομαι πολύ καλά μ’ αυτό γιατί εγώ το έχω επιλέξει, είμαι ευτυχής και μάλιστα εκπλήσσομαι όταν με αναγνωρίζουν στο δρόμο. Ωστόσο με απασχολεί αυτό που κάνω να έχει νόημα. Να μην περιστρέφεται μόνο γύρω από τον εαυτό μου αλλά να έχει νόημα και για άλλους ανθρώπους. Ένα πετραδάκι αλήθειας που αναγνωρίζω σ’ ένα έργο και μπορώ να το πραγματώσω σκηνικά, χαίρομαι όταν άλλοι άνθρωποι το αναγνωρίζουν και το χαίρονται επίσης. Να μοιράζομαι μικρά κομματάκια που ανακαλύπτω. Είναι όμορφο να υπηρετώ την ομορφιά και το φως της συνείδησης. Και μ’ αρέσουν τα έργα που αποκαλύπτουν μια ομορφιά και σε ωθούν να σκεφτείς, να φανταστείς τον εαυτό σου διαφορετικά, να αλλάξεις ίσως. Όχι από τη μια μέρα στην άλλη, είναι αυτές οι μικρές αλλαγές που γίνονται στην ψυχή μας και μας βοηθούν να ανακαλύψουμε ένα βαθύτερο εαυτό. Όχι μόνο αυτό που είμαστε αλλά κι αυτό που θέλουμε να είμαστε.
Το θέατρο είναι πολιτική πράξη πάντα;
Απολύτως. Είναι καθαρά πολιτική πράξη. Δράση του πολίτη. Δε συνδέει τη ύπαρξή του μόνο με τον εαυτό του αλλά σαν κομμάτι ενός ευρύτερου συνόλου, με τη συλλογική εμπειρία. Και ως πράξη, όλοι μαζί βλέπουμε μια παράσταση και ως δημιουργία, όλοι μαζί φτιάχνουμε μια παράσταση, δεν την κάνει ένα άτομο, στο θέατρο εξαρτόμαστε ο ένας απ’ τον άλλο απολύτως. Αλλά και ως εμπειρία σκηνική της παράστασης μας συνδέει με το συλλογικό στοιχείο γι’ αυτό κι έχουμε ανάγκη να βιώνουμε τη θεατρική εμπειρία. Χρειαζόμαστε να φεύγουμε από την ατομική μας φυλακή. Σαν νερό στην έρημο χρειαζόμαστε το θέατρο. Γι’ αυτό κι έχει ανάπτυξη παρά την κρίση. Τα θέατρα είναι γεμάτα. Ο κόσμος σε περιόδους κρίσης αναζητά, θέλει ν’ αναρωτηθεί, να προβληματιστεί, να καταλάβει ποιος είναι, πού πάει, γιατί έγινε όλο αυτό. Είναι πάρα πολύ σημαντική στιγμή για την πραγματική τέχνη. Έχει ένα ρόλο να παίξει.
Ποια γνώμη έχετε για τους νεωτερισμούς στο αρχαίο θέατρο;
Το αρχαίο δράμα εξ ορισμού δεν έχει έναν τρόπο να παίζεται. Δεν ξέρουμε πώς παιζόταν ακριβώς. Έχουμε τα κείμενα, κάποια, ελάχιστα στοιχεία, δεν έχουμε καθαρή εικόνα. Στη βυζαντινή μουσική έχει διασωθεί η ζωντανή παράδοση, η ακουστική και ξέρουμε πώς ψάλλεται. Αν δεις μόνο τη σημειογραφία δεν μπορείς να φανταστείς πώς αναδύεται στις αισθήσεις. Σχετικά με το αρχαίο δράμα, μέσα από αποσπασματικές πηγές, οι οποίες συχνά ανατρέπονται μέσα απ’ την έρευνα, όπως ας πούμε οι κώθωνες και οι υπερμεγέθεις μάσκες που ανακαλύφθηκε ότι ήταν μεταγενέστερα. Στην κλασική εποχή είχαν πολύ απλά παπούτσια και δερμάτινες μάσκες προσώπου. Δεν είχαν ανάγκη το υπερφυσικό. Δε χρειαζόμαστε την εξιδανίκευση και την ιδεαλιστική αντιμετώπιση της αρχαιότητας κι αυτό σταδιακά γίνεται αντιληπτό και κατεβάζουμε την αρχαιότητα από το ψεύτικο βάθρο που την είχαμε βάλει μέσα από ενδεχομένως ξένες επιρροές, ιδεαλιστικές. Οι άνθρωποι είχαν τα θετικά, τα αρνητικά, την υπέροχη πλευρά τους, και κυρίως είχαν την καταπληκτική σύγκρουση των ιδεών. Αυτό επιτρέπει μια διαρκή ανανέωση. Ο 5ος αιώνας μας έδωσε τη δημοκρατία, το δικαστήριο και το διάλογο. Δηλαδή τη διά του λόγου υπεράσπιση των ιδεών και τη θεσμική κατοχύρωση της ανταλλαγής ιδεών και της σύγκρουσης αντιθέτων ιδεών και της σύνθεσης μέσα απ’ το διάλογο. Αυτό είναι το συγκλονιστικό που μας έδωσε ο χρυσός αιώνας. Μας προσέφερε το διάλογο σε όλα τα επίπεδα. Στην πολιτική, στη δικαιοσύνη, στη φιλοσοφία, στην τέχνη. Άρα στην εποχή μας δε γίνεται να λένε ότι θα καθηλώσουν το αρχαίο δράμα σε έναν αρχαίο τρόπο γιατί δεν τον ξέρουμε αυτό τον τρόπο. Κάθε γενιά καταθέτει τις ευαισθησίες της, τους καλλιτεχνικούς της κώδικες, υπηρετεί το νόημα και το πνεύμα, πειραματίζεται. Κάποιοι είναι μπροστάρηδες, παίρνουν μεγαλύτερο ρίσκο, κι άλλοι που θέλουν να ‘ρθουν σε επαφή με μεγαλύτερο κύκλο ανθρώπων και ρισκάρουν λιγότερο. Όλα είναι χρήσιμα. Κάποια πράγματα που ήταν πρωτοποριακά κάποτε, τώρα είναι δεδομένα. Όταν διευρύνεται η τόλμη κάποια στιγμή γίνεται παλιό, συνηθισμένο. Όλα παίζουν το ρόλο τους. Αρκεί να γίνονται μέσα από μία ανάγκη σου εσωτερική, καλλιτεχνική κι όχι απλώς για να εκπλήξουμε ή για να σοκάρουμε, που είναι επιπολαιότητα. Όταν γίνεται μετά από αναζήτηση και βάσανο εσωτερικό, έχει ενδιαφέρον και νόημα. Φτάνει να μην στοχεύει την κοσμική επιβεβαίωση. Και φαίνεται αμέσως. Επειδή είμαστε καταναλωτές πια καμιά φορά η τέχνη γίνεται σαν σούπερ μάρκετ. Μας ξεγελά η ταμπέλα, δοκιμάζουμε συνέχεια κάτι άλλο, μας ξιπάζει το περιτύλιγμα. Είναι ο πολιτισμός μιας χρήσης, αυτό είναι κάτι πρόσκαιρο όμως, δε μένει ούτε στον ίδιο το θεατή που επιλέγει. Μέχρι να τα νιώσουμε ότι δεν τα ‘χουμε ανάγκη, θέμα χρόνου δηλαδή.
Είστε αισιόδοξη για το μέλλον του θεάτρου;
Το θέατρο εξυπηρετεί μια βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου. Κι όσο υπάρχει άνθρωπος θα υπάρχει και θέατρο. Το θέμα είναι αν θα υπάρχει άνθρωπος. Γι’ αυτό δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι αισιόδοξη. Είμαστε σε οριακό και πολύ επικίνδυνο πέρασμα. Τη Σκύλα και τη Χάρυβδη εμείς τις δημιουργήσαμε και τώρα πρέπει να περάσουμε ανάμεσά τους. Είναι το μεγάλο στοίχημα της ανθρωπότητας αυτή τη στιγμή.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Ποίηση

Αποκλειστική ενασχόληση


Όταν σμιλεύεται ένα ποίημα
δε γράφεται τίποτα καινό στο νου
κανένας στίχος δε γεννιέται
ούτε μύθος
ούτε θρήνος.
Οι λέξεις που διαλέγεις μαλακώνουν
για να ζυμωθούν
για να πονούν λιγότερο.
Η θέση που ορίζεις για το ανάμεσα ή το περίπου
είναι αυθαίρετη
και η δειλία σου κάνει το «και» μεγάλο και τρανό.
Οι περιττές αναφορές ζυγώνουν
και γελούν με το χρόνο που αφιέρωσες
κυρίως για τον τίτλο.

Ποίηση

Δαμασκήνωση

Με τη διάρκεια μιας φωτοριπής
διέρχονται οι τεχνίτες τη ζωή μας
όσοι δηλαδή επαινούνται στις παιδικές φωτογραφίες
γιατί το τραγούδι τους συγκίνησε συνειδητά τον κόσμο.
Κάποιοι κυκλοφορούν μέσα στο σπίτι μας
μερικοί έχουν το θράσος να κάθονται αυτόβουλα στον καναπέ μας.
Ενίοτε κουβαριάζονται στο κρεβάτι και στο σώμα μας.
Ελάχιστοι τέλος γίνονται ένα με το δέρμα μας
κι απειλούν τα όρια του εγώ μας.

Αλήθεια, υπάρχει λόγος να επανέλθει ένας ποιητής
στην κοσμιότητα;

Ποίηση

Επιπτώσεις


Εκτός χρόνου πόθησα
ό,τι απομένει
κι αν με ανιστάς λαμπριάτικα
εργολαβικά στη χαρά
κανένα πάθος ,ξέρε το, δε σκιάζει
την αγάπη που ομορφαίνει.
Η μνήμη αφής που αποκόμισα
μου χαρίστηκε γενναία
ως δώρο για τις δεκαετίες μακριά
και σαν αντίδωρο για όλες τις λύπες
που κέρδισα με το σπαθί μου.
Εύχου λοιπόν κραταιάν
έως θανάτου αγάπη
και τώρα, και πάντα, και στους αιώνες.
Έτσι κι αλλιώς η ευκρασία μου
τελειώνει όταν τελειώνει το φως.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

ΠΟΙΗΣΗ

Λεμεσός

Η πόλη μου ένας παράλιος δρόμος
γαζίες, υπαίθρια καφέ, νυχτερινοί ευκάλυπτοι
φωτογράφοι τουρίστες
διατηρητέα λήθη.

Η πόλη μου μια γυναίκα
που χουζουρεύει ανόητα
σε δανεικά σεντόνια
και κοιτάει αχόρταγα απ’ το τζάμι
στωικούς φοίνικες
και παραταγμένα καρποφόρα.

Η πόλη μου κάθε Κυριακή
πάει ποδηλατώντας στο δασάκι
κι αναπνέει για όλη τη βδομάδα.

Τα καλοκαίρια βάζει ένα καουμπόικο καπέλο
και φουστανάκι ελάχιστο
για να βρει το σώμα της που παίρνει
κάποια στιγμή φωτιά.

Νένα Φιλούση

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΚΤΑΝΑ

Κείμενο για την παρουσίαση του βιβλίου της Νένας Φιλούση την Πέμπτη 3.3.2011 στην ΟΚΤΑΝΑ στη Λευκωσία

Διαβάζοντας τα διηγήματα αυτά της Νένας Φιλούση που περιέχονται στην καλαίσθητη έκδοση του Παράκεντρου, συνειδητοποίησα για ακόμη μια φορά πόσο σπουδαίο είναι στην πεζογραφία η αναγνωστική εμπειρία να οδηγεί τη σκέψη, στα μονοπάτια της καθημερινότητάς σου, είτε αυτή αφορά το παρελθόν, είτε το παρόν, είτε το μέλλον. Να αισθάνεσαι δηλαδή ότι αυτά που διαβάζεις δεν αφορούν έναν άλλον κόσμο μακρινό ή μια ξένη κοινωνία, αλλά εσένα, τους γύρω σου και τον τόπο που ζεις.
Κατ’ αρχάς, με γοήτευσε ο αφηγηματικός τρόπος της συγγραφέα, τα πολύ ωραία ελληνικά που χρησιμοποιεί, η διεισδυτική ματιά της γραφής της και βεβαίως οι καλοστημένες ιστορίες της. Αλλά, ιδιαιτέρως με κέρδισε η ανεπιτήδευτη προσέγγιση της στους χαρακτήρες, στις ανθρώπινες σχέσεις και στις νοοτροπίες, οι οποίες με τη σειρά τους κυοφορούν συμπεριφορές που αναδύουν στην επιφάνεια ένα μεγάλο πρόβλημα της μικρής μας κοινωνίας, που δεν είναι άλλο από την αναστολή της ελευθερίας και κατ’ επέκταση της επιθυμίας.
Η επιθυμία τις περισσότερες φορές βιώνεται ως πράξη επιβεβαίωσης του εγώ κι όχι ουσίας, καταναλωτική ευχαρίστηση και παρόρμηση. Κι όπως όλοι γνωρίζομε μες στους αιώνες η συμπεριφορά αυτή καταδικάστηκε από διάφορα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία διατυπώνουν την άποψη ότι ο αγώνας κατά των επιθυμιών βοηθά τον άνθρωπο πνευματικά. Σήμερα όμως πολλοί μελετητές του ανθρώπινου ψυχισμού διατυπώνουν την άποψη ότι υπάρχει και μια άλλη μορφή επιθυμίας, η ουσιαστική επιθυμία, όπως την ονομάζουν. Αυτό σημαίνει την ανάγκη του ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από κάθε εξωτερική δέσμευση και να βγει έξω από το άχθος του εαυτού του, επιθυμώντας να επικοινωνήσει, να μοιραστεί και να χαρεί. Όχι για να επιβεβαιωθεί, αλλά για να ζήσει αυθεντικά και ποιοτικά μαζί με τους άλλους, χωρίς να φοβάται την αστοχία.
Με άλλα λόγια, με την ουσιαστική επιθυμία ο άνθρωπος παύει να ζει φοβισμένα, ακρωτηριασμένα και ενστικτωδώς τη ζωή, καταναλώνοντας ηδονές που στο τέλος της μέρας κατακερματίζουν την ύπαρξη του, αλλά έχει το θάρρος να διακινδυνεύει κάθε ώρα και στιγμή την πραγμάτωση του εαυτού του μέσα από την ολότητα της υπάρξεως του, αρνούμενος πεισματικά τη μερικότητα, παίρνοντας το ρίσκο να αγαπήσει άνευ όρων και ορίων. Διότι, τότε, μόνο αισθάνεται ότι ελευθερώνεται από την καταναλωτική επιθυμία που είναι μια γκρίζα απόλαυση και σε καμία περίπτωση δεν έχει φως.
Η Φιλούση είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, ασχολείται πάρα πολύ με τις επιθυμίες των χαρακτήρων που παρελαύνουν στα διηγήματα της και ιδιαιτέρως με την καταπιεσμένη ουσιαστική επιθυμία, ειδικά της Κύπριας γυναίκας, που πασκίζει να υπερπηδήσει τους φραγμούς που την εμποδίζουν να υπάρξει ως πρόσωπο, δηλαδή ως σχέση και κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους.
Οι πλείστες γυναίκες στα διηγήματα αυτά φωνάζουν ότι το ήθος είναι έξοδος, ο ηθικισμός είναι εγκλεισμός. Κι ενώ το φωνάζουν, αδυνατούν να διαχειριστούν την ελευθερία τους, αλλά τη στέλνουν να σεργιανίζει στα κρυφά και σκοτεινά σοκάκια του μυαλού τους, κι από πράξη εξόδου, διακινδύνευση μανικού έρωτος προς τη ζωή και μοίρασμα αγαπητικό, καταντά πράξη εγκλεισμού και φοβίας, ενοχικής αυτό-εικόνας κι ενίοτε προσμονή ανεκπλήρωτου ονείρου. Η ενοχή και η επιθυμία στα πρόσωπα των διηγημάτων είναι μεγέθη που συνεχώς ταλαιπωρούν τη ζωή όλων και ειδικά των γυναικών που ο μέσα τους εαυτός κοχλάζει από ζωή.
Όσο διάβαζα την ιστορία της Περσεφόνης, της Ευγενίας, της Παρασκευής, της Πολυξένης, της Πηνελόπης, της Πολύμνιας στο νου μου έφερνα τις γυναίκες που όλοι λίγο πολύ γνωρίσαμε. Τις θειες, τις γιαγιάδες, τις μανάδες, τις σαλεμένες, τις ματιασμένες, τις αλλοπαρμένες, τις δακτυλοδεικτούμενες, τις φθονερές, τις κουτσομπόλες. Να ακολουθούν το ένστικτό τους και σπανίως την καρδιά τους. Να αιωρούνται και να παλεύουν με τα συναισθήματά τους. Να σχοινοβατούν μονίμως, κι εκεί που πάνε να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα τους, οι εσωτερικοί κραδασμοί να μην τους το επιτρέπουν. Να φεύγουν και να γυρίζουν καταταλαιπωρημένες και τσακισμένες αναζητώντας λίγη αγάπη. Να μην κάνουν ποτέ αυτό που θέλουν, έχοντας απόλυτη συνείδηση του γεγονότος κι ας μην το καταλαβαίνει ο περίγυρός τους. Να μην τις ενδιαφέρει το παρόν, μήτε το μέλλον μόνο η επιβίωση στο ουτοπικό ταξίδι του μυαλού τους.
Η συγγραφέας όλα αυτά τα διαχειρίζεται με απλό και φυσικό τρόπο περνώντας από τη σοβαρότητα στο χιούμορ, κι από την τραγικότητα στην ειρωνεία, χωρίς αιχμηρότητα, επιτήδευση και βαθυστόχαστες κοινωνιολογικές αναλύσεις. Δεν την ενδιαφέρει να λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας και δη των γυναικών αυτών, αλλά να τα αγκαλιάσει και να τα αφηγηθεί με ειλικρίνεια. Το σπουδαιότερο δε, απομυθοποιεί τη γυναίκα που η κοινωνία τη θέλει στήριγμα και υπόσχεση του μέλλοντος, μα στεγνή από συναισθήματα κι επιθυμίες. Αυτή η προσέγγιση κατά τη γνώμη μου συμβάλλει τα μέγιστα στη διηγηματογραφία που ασχολείται με την Κύπρια γυναίκα των νεώτερων χρόνων. Διότι τίποτα δεν ωραιοποιείται αλλά ούτε και υπερβάλλεται. Καμιά παράδοση δεν λιβανίζεται εδώ, παρά μόνο η αλήθεια.
Ταυτόχρονα, οι ιστορίες αυτές, δεν διεκδικούν τον φεμινιστικό έπαινο, ούτε ωθούν τον αναγνώστη σε ακόμα μία στείρα ανάγνωση διαιώνισης της αντιπαραθέσεως γυναίκας και άντρα. Συνήθως τέτοιες απόπειρες πέφτουν στην παγίδα της στρατευμένης καταγγελίας κατά των αντρών, του θυμού και της πικρίας. Αντιθέτως, με χιούμορ, σαρκασμό και λεπτή ειρωνεία οι άντρες είναι το ίδιο καταπιεσμένοι, ενοχικοί και δειλοί. Ούτε αυτοί μπορούν να αποβάλουν από πάνω τους το κοινωνικό βάρος ενός ρόλου που τους θέλει να συμπεριφέρονται σαν άτομα κι όχι σαν πρόσωπα συναισθηματικών ανοίξεων, που είναι έτοιμα να κοινωνήσουν και να επικοινωνήσουν με τις ουσιαστικές επιθυμίες αυτών των γυναικών. Αλλά, κουβαλούν κι αυτοί με τη σειρά τους τις ίδιες φοβίες, αγωνίες κι αδυναμίες καταναλώνοντας σωρηδόν γκρίζες επιθυμίες.
Ενώ οι γυναίκες διακαώς επιθυμούν να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, οι άντρες αδυνατούν να ανταποκριθούν, διότι η κυπριακή κοινωνία θέλει τα αρσενικά της να παίζουν τον ρόλο του στυλοβάτη κι εν γένει του ανθρώπου που δεν κυοφορεί αισθήματα, αλλά λύσεις διά παντός είδους προβλήματα. Με αποτέλεσμα το κοινωνικό αυτό αίτημα να ωθεί τα αρσενικά στην αμήχανη επιλογή της δύναμης και της εξουσίας, κι όχι της διακονίας. Μαθαίνουν οι άντρες να μην αποδέχονται την αποτυχία ειδικά όταν αυτή προκαλείται από γυναίκα. Άλλωστε, μια ματιά να ρίξετε στο λαϊκό μας τραγούδι θα διαπιστώσετε ότι το 90% ασχολείται με την αδικία και την προδοσία που υφίσταται ο άντρας από τη γυναίκα. Ο κύπριος άντρας μην αποτελώντας εξαίρεση έμαθε να συμβαδίζει με την κοινωνία που θεωρεί τη γυναίκα περισσότερο ευάλωτη προς τα πάθη και τα λάθη και στις σελίδες του βιβλίου οι άντρες είναι οι πλέον μπερδεμένοι και συγχυσμένοι, όταν καλούνται να εκφραστούν δημιουργικά και να βγουν έξω από τον ρόλο που τους δόθηκε.
Μέσα από τους χαρακτήρες αυτούς φανερώνεται μια φοβερή πραγματικότητα της ζωής μας. Ότι η σωματική, πνευματική και ψυχική ένωση δύο προσώπων, που είναι το ζητούμενο σε μια σχέση είναι δώρο τις περισσότερες φορές, κι όχι κατάκτηση του ενός ή του άλλου. Πράξη ατομικής επιβεβαίωσης. Αλλά μυστήριο ανέλπιδο και ακατανόητο. Που όταν συλληφθεί από αυτούς που θα λάβουν το δώρο αυτό, τότε ενσυνείδητα τα δύο πρόσωπα αποφασίζουν να εισέλθουν στην περιπέτεια της αγαπητικής ενώσεως τους, άνευ όρων και ορίων, με γνώμονα την ελευθερία τους.
Αυτή την ελευθερία ποθούν οι γυναίκες και οι άντρες της συλλογής αυτής που εν τέλει εκφράζουν τον γενικό πόθο όλων μας...

Πέτρος Λαζάρου

ΠΟΙΗΣΗ

Αύριο ίσως

(για τη δίγλωσση Ανθολογία "Αύριο")

Ίσως κάποτε μπορέσω
να παραβιάσω την αυτάρκεια των ενδυμάτων
και να εισέλθω πανηγυρικά
στο βαθύτερο μέσα σου. Το δέρμα
έχει πολλές εισόδους. Σαν το μυαλό.

Δε θα με νοιάζει τότε αν έβαλαν όριο
ηλικίας και πίστεων.
Θα ’ναι μια πολύ ζεστή μέρα
με φως κατ’ επιλογή
και υγρασία ρυθμιζόμενη.
Θα μπω λοιπόν ειρηνικά
με τη σιγουριά της ευτυχίας
που σημειώνει ημερομηνίες και χαρούμενα
αναρριχώμενα μοτίβα.

Σήμερα, αύριο, ποιος ξέρει. Στην άλλη ζωή
ίσως. Με φωτάκια αναμμένα
και φιλικά τραγουδάκια
ανάμεσα στα βήματα ή τις παύσεις.

Προς το παρόν θα κόψω το τσιγάρο
και θα περιμένω. Αύριο βλέπουμε.

Νένα Φιλούση

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΚΤΑΝΑ

Κείμενο παρουσίασης του βιβλίου της Νένας Φιλούση (3/3/2011)

Η πηγή από την οποία η Νένα Φιλούση πίνει νερό για να ξεδιψάσει, είναι αυτή της Ποίησης.

Είναι ξάστερο αυτό, σε όποιον διαβάσει τις ιστορίες της και ταυτόχρονα σταθεί στην ποίηση που παράγει.

Αν και κόσμοι τελείως διαφορετικοί, η Ποίηση και η Διήγηση συνθέτουν και οι δύο ένα μεγάλο μέρος της Ενήλικης Παραμυθίας όπως μου αρέσει να αποκαλώ τη Λόγια Γραφή σε αυτές τις δύο εκφάνσεις της.

Εξαιρώ τη μυθιστορία, καθώς αποτελεί μία κυρίως αγγλοσαξονική παράδοση στην οποία ο ελληνικός λόγος –κατά κανόνα- δύσκολα βρίσκει πυξίδα.


Μας πήρε εφτά χρόνια να ταιριάξουμε τα κομμάτια

Στην άκρη του γαλανού / οι μεθυσμένες πέτρες της πατρίδας / επιφέρουν το θάνατο / στα ξένα σώματα.

Υπάρχει δηλαδή μία ανάγκη γιαλού/ να πετάμε τις ψυχές μας/ όπως άμα παρατάς την καλοσύνη σου/ γυμνός ακκίζεσαι γυμνός αλλά/ τα καλοκαίρια μας, σαν τα ψάθινα καπέλα μας περνούν, ασπάζονται και φεύγουν.

Το μικρόψυχο τέλος που φοβερίζει / νοτίως ας έρθει / εμείς ολόγυρα θαλασσινοί / ανοιχτοί στο θέρος περιμένουμε.

(τι να μας ταράξει πια εν τη απουσία σου; )

Ήδη, σε αυτό το ποιητικό κόσμημα από τη συλλογή Μνημοροή του 2002 – αισθάνεται ο καλός αναγνώστης την αφήγηση να αγκαλιάζει διακριτικά τον ποιητικό λόγο και να τον «περιποιείται».

Με τον ίδιο τρόπο, αντιστρέφοντας τώρα τους όρους, στις ιστορίες του «Ας ρώταγες ποιον αγαπάω» διαπιστώνεις την ροή της ποιητικής καταγωγής να αποδίδει αβίαστα και με συνέπεια τον ρυθμό ή μάλλον τους ρυθμούς, στη διήγηση.

«Μόνο τα μάτια της, μεγάλα βυζαντινά, λυπημένα»

«Φάε το γλυκό σου, το πέτυχα φέτος το νεράντζι. Άραγε ξέρει εγγλέζικα ο θεός;»

«Πατάω την ουλή μου και φεύγω. Ακόμα μία ηδονή»

Φράσεις, ατάκτως αν θέλετε ερανισμένες από το βιβλίο-θα μπορούσα να παραθέσω εύκολα άλλες 30 ή 40 που ψηλάφισα κατά την ανάγνωση. Νομίζω όμως πως και με αυτές τις τρεις που σας διάβασα, η ποιητική ταυτότητα της Νένας Φιλούση γίνεται φανερή στις διηγήσεις της.

Μία ταυτότητα, που πέρα από την γενική ποιητικότητα ως εκφραστική διάθεση ή καταγωγή, παρέχει ρυθμούς, που ταυτισμένοι όπως είναι με τους χαρακτήρες των βιβλίων σε παρασύρουν εύκολα:

(απόσπασμα-σελίδα 88 )

Το βιβλίο της Φιλούση έχει και ένα άλλο χάρισμα.

Είναι ειλικρινές. Αφτιασίδωτο. Πηγαίο, αλλά όχι «λαϊκό». Είναι δηλαδή επεξεργασμένο με επάρκεια, είμαι βέβαιος πως πολλά, γράφτηκαν και σβήστηκαν και μετά ξαναγράφτηκαν για να ξανασβηστούν και να γραφτούν εκ νέου μέχρι να βρουν το τελικό τους σχήμα και να μας παραδοθούν. Ακριβώς για αυτό, έρχεται σε μας Πηγαίο και Ειλικρινές. Πηγαίο γιατί δουλεύτηκε τόσο όσο χρειάστηκε η συγγραφέας για να συναντήσει την ψυχή των χαρακτήρων της, ειλικρινές, γιατί απουσιάζει πλήρως ο βαρύγδουπος λεξιλάγνος ναρκισσισμός που πια τόσο συχνά βρίσκουμε να κυριαρχεί στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία-προφανώς ένεκα βαθιάς πενίας επί της ουσίας.

Όλα αυτά που είπαμε έρχονται και κουμπώνουν σε μία γραφή ρεαλιστική, σχεδόν ρεπορταζιακή θα την έλεγα, καθώς η συγγραφέας κινεί την πένα της σαν κάμερα που σκηνοθετεί την πραγματικότητα.

Διαβάζοντάς την, αρκετές φορές θυμήθηκα τον σπουδαίο Τζίγκα Βερτόφ, τον θεωρητικό του «Κινηματογράφου Μάτι» που επέδρασε σαν τυφώνας στην κινηματογραφία στις δεκαετίες του 20 του 30 και του 40.

Αντίστοιχα λοιπόν θα χαρακτήριζα το ύφος της σαν «Πένα Μάτι» που καταγράφει ιστορίες- φέτες ζωής όπως ακριβώς είναι ενώ η ποιητικότητα για την οποία μίλησα νωρίτερα έρχεται να ρίξει τους χρωματισμούς, τους ίσκιους ή το φως στην κάθε εικόνα, στον κάθε χαρακτήρα για να μας δοθεί με τόση ευκρίνεια, ώστε πια κατά στο τέλος της ανάγνωσης στο νου σου έχεις σκιαγραφήσει πρόσωπα, μάτια, χέρια, ρούχα, έχεις ακούσει τις ανάσες τους, τις φωνές τους, ακόμα και τον διαφορετικό βηματισμό τους.

Απέφυγα να σταθώ σε οποιαδήποτε στοιχεία Κυπριακής Ηθογραφίας.
Αντιμετώπισα το βιβλίο, σαν καθαρή λογοτεχνία, και για να το πω πιο καθαρά, σαν σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία καθώς, κατά τη γνώμη μου η γλώσσα είναι αυτή που προσδιορίζει την καταγωγή της λογοτεχνίας. Άρα-κατά τη γνώμη μου- τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και το σύνολο της δουλειάς της Νένας Φιλούση αποτελούν μέρος του ευρύτερου ελληνικού λογοτεχνικού πλούτου και μόνο έτσι πρέπει να ειδωθεί.

Είμαι βέβαιος πως θα υπάρξει συνέχεια, γιατί, έτσι και αλλιώς η ίδια, σφραγίζει το βιβλίο της με τη φράση:

« Κι η δική μου ψυχή πιάνει ψηλές θερμοκρασίες»

Γιώργος Πήττας

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ας ρώταγες ποιόν αγαπάω
της Νένας Φιλούση

Θέλω από την αρχή να δηλώσω ότι δεν διεκδικώ τις ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενες δάφνες ενός κριτικού, αλλά το μικρό στοχασμό σε κάτι που με άγγιξε από μια ανάγνωση, με την πιο ιδανική μου ιδιότητα.αυτη του αναγνώστη. Είναι εξάλλου η πιό αθώα.
Πήρα στα χέρια μου το βιβλίο της Νένας Φιλούση με την απαραίτητη επιφύλαξη, πρώτον επειδή είναι Κύπρια συγγραφέας –ουδείς προφήτης στον τόπο του- δεύτερον επειδη ο τίτλος και το εξώφυλλο με παρέπεμπαν σε ακόμα ένα κυπριακό ρομάντζο με πολυ συναισθηματισμό, φολκλορικές αγάπες με καθόλου ή πολύ καθώς πρέπει σεξ, καθώς και πολύ διδακτισμό απ’ αυτόν που μας έχει συνηθίσει μια κεθεστηκυία πνευματική νομεγκλατούρα που εκπορεύεται απο την αθλιότητα του κόμματος ή των ευαίσθητων καρεκλοκενταύρων των κρατικών υπηρεσιών. Ο τρίτος λόγος ήταν ότι η συγγραφέας είναι δασκάλα σ’ενα εκπαιδευτικό σύστημα που παράγει κατα συρροήν λειτουργικά αναλφάβητους που σε κάθε τρείς λέξεις οι δυό είναι αγγλικούρες με ‘μουλαρίσιμη’ προφορά, καταπόνηση τόσο της ελληνικής όσο και της αγγλικής γλώσσας. Αν θέλετε ν’ αντιληφθείτε τι εννοώ παρακολουθείστε οποιαδήποτε δήλωση κύπριου υπουργού ή κρατικού παράγοντα σ’ όποιο δελτίο προτιμάτε.
Με αυτές τις σκέψεις έβλεπα ακόμα το εξώφυλλο. Κι έκανα την τιτάνια προσπάθεια να το ανοίξω. Είμαι πολύ επιφυλακτικός αναγνώστης. Ήταν μια συλλογή διηγημάτων.
Στο πρώτο άρχισαν να επιβεβαιώνονται οι φόβοι μου... Δεν είχα τίποτα να κάνω και συνέχισα μαζοχιστικά...
Στο τρίτο διήγημα ‘Η γειτονιά τιμάει τον Άρη’ κάτι άρχισε να με δελεάζει. Η σεμνότητα της ηρωίδας μέσα σ’ ένα πέλαγος σεμνοτυφίας και η σεμνότητα του συγγραφικού λόγου που κρατούσε τις δαμόκλειες ηθικές και κοινωνικές ισορροπίες με μια καθόλου σεμνότυφη εντιμότητα.
Και φτάνουμε στο συγκλονιστικό ‘Το νόου της Ευγενίας’. Το ταλέντο, η πλοκή των λέξεων,η πλοκή των γεγονότων και ξανά η πλοκή των λέξεων σε μιά άμιλλα μεταξύ τους ποιό να φανερωθεί πρώτο η λέξη ή το γεγονός, ποιό να καμουφλαριστεί πρώτο η φράση ή η πράξη, ποιό ν’αποκαλυφθεί πρώτο ο σπαραγμός του λιτού λόγου ή ο σπαραγμός του δρώμενου. Όλα αποκαλύπτονται μεμιάς μ’ένα χείμαρο ψιθύρων και υπαινιγμών σ’ ενα χείμαρο νεκράς φύσης. Το πτώμα ενός νεκρού αντάρτη στην πλατεία του χωριού. Το νεκρό νόου του πτώματος- το ζωντανό νόου των ζωντανών.το νόου –το καθε νόου που ψιθύρισε αυτό το νησί με φόβο και πόνο. Ένας μικρός άψυχος ψίθυρος του αδύναμου... ένα ποιήμα σε μορφή διηγήματος.
Μετά όλα ήταν εύκολα. Η συγγραφεάς ήταν κάποιος από μας ή κάποιος σαν εμένα για να είμαι πιο ακριβής. Μπορούσε πλέον να με πάει όπου ήθελε. Και με πήγε. Η μιά συγκλονιστική αποκάλυψη μετά την άλλη. Μία Κύπρος του χτές μία Κύπρος του σήμερα. Η κάθε μιά με τη στάση ή την πόζα της. Μέσα σ’ αυτά κι ένα διήγημα αθηναϊκής πλοκής που θα μπορούσε νάχε γραφεί από κάποιον καταξιωμένο της μητρόπολης.
Δέκα διηγήματα με πρωταγωνιστές δέκα γυναίκες άγνωστες μεταξύ τους.
Δέκα γυναικείοι λόγοι διαφορετικής εποχής, διαφορετικής κουλτούρας και μικρογεωγραφίας με μιά όμως ψυχοσύνθεση. Τη ψυχοσύνθεση της Νένας Φιλούση. Διαβάστε το.

Πάρις Αριστείδης

ΓΝΩΜΗ

Η γνώμη μου για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας

Θεωρώ ότι τα Κρατικά βραβεία είναι σωστός και ωφέλιμος θεσμός όπως λειτουργούν σε κάθε χώρα και σε πολλούς τομείς. Είναι μια τιμή ή επιβράβευση αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει κίνητρο.
Στην Κύπρο δυστυχώς δεν χαίρουν ιδιαίτερης αξιοπιστίας, δεν έχαιραν ποτέ, για διάφορους λόγους. Κατά καιρούς όμως έχουν γίνει προσπάθειες προς τούτο. Παράλληλα και στην Ελλάδα συμβαίνει κάτι ανάλογο (βλ κρατικά, βραβεία Διαβάζω κά.)
Δεν μπορώ να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω με τις φετινές βραβεύσεις γιατί δεν έχω διαβάσει όλα τα βραβευθέντα έργα. Από την άλλη, έχω διαβάσει άλλα έργα που μου άρεσαν και δεν έχουν βραβευθεί. Βέβαια αυτό θα συμβαίνει πάντα ωστόσο θεωρώ ότι η αντικειμενικότητα στην κριτική της τέχνης μπορεί να διασφαλιστεί μέχρι ενός σημείου.
Σαφώς η διαφάνεια είναι το ζητούμενο. Όχι μόνο θα ήταν καλό να γνωρίζαμε την τελική πεντάδα αλλά και να ανακοινωνόταν το σκεπτικό για την οριστική βαθμολογία ή τοποθέτηση της κριτικής επιτροπής για κάθε φιναλιστ έργο κι όχι μόνο για το βραβευθέν.
Θεωρώ ότι καλώς η κριτική επιτροπή αποτελείται από Έλληνες κριτικούς αλλά κι εδώ δημιουργείται μια αθέλητη καχυποψία δεδομένου ότι σε μια μικρή κοινωνία όπως τη δική μας, όλοι γνωρίζουν όλους και ενίοτε οι ημέτεροι διατηρούν φιλικές ή άλλες σχέσεις με τους εξ Ελλάδος κριτικούς. Η κριτική οφείλει να στέκεται πέραν των συναισθηματικών ή άλλων αγκυλώσεων. Πιστεύω ότι υπάρχουν καλοί και αμερόληπτοι κριτικοί και στον τόπο μας.
Τα κριτήρια συνήθως καθορίζονται εξ αρχής και δεν είναι δουλειά του λογοτέχνη να κρίνει την πρωτοτυπία, το ύφος και τις αρετές των ομοτεχνών του δημόσια εκτός αν έχει τη διπλή ιδιότητα του λογοτέχνη και του κριτικού. Πολλά προβλήματα θα λύνονταν αν η υποβολή των έργων γινόταν στο στάδιο πριν την έκδοση και ανώνυμα, με ψευδώνυμο (σε αυτές τις περιπτώσεις τα πραγματικά στοιχεία εσωκλείονται και γνωστοποιούνται μόνο όταν το έργο διακριθεί).
Με λυπεί που υποβάλλουμε το έργο μας και ως εκ τούτου δηλώνουμε εμπιστοσύνη ή αποδοχή των όρων αλλά εκ των υστέρων κι όταν δεν βραβευθούμε αρχίζουμε τις φωνασκίες και τη γκρίνια. Εν ολίγοις επιζητούμε πάντοτε τη βράβευση και όταν δεν επιτευχθεί, αρνούμαστε την έκβαση του αγωνίσματος. Πιο έντιμο θα ήταν αν δεν εμπιστευόμαστε το θεσμό να μην υποβάλλουμε τα έργα μας καθόλου.

Νένα Φιλούση

ΒΙΒΛΙΟ

Ήλιος με δόντια
Γιάννης Μακριδάκης
Εκδόσεις Εστία
2010
Σελ. 245

Στο τρίτο του μυθιστόρημα, ο φέρελπις Μακριδάκης ιστοριογραφεί, βιογραφεί και περιγράφει με σεβασμό και τρυφερότητα την προσωπική περιπέτεια ενός ανθρώπου και του τόπου του. Η Χίος ζωντανεύει στο βιβλίο του με τον τρόπο της αγάπης αφού ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος καταθέτει τις πίκρες και τις λιγοστές χαρές του με γνήσιο αυθορμητισμό, χιούμορ, ειλικρίνεια και σεβασμό για τα πρόσωπα, το χώρο και τον χρόνο.
Η καθημερινή διαπόμπευση και ο κοινωνικός αποκλεισμός του ήρωα Κωνσταντή από την πολύ μικρή του ηλικία εκτυλίσσονται παράλληλα με τα πραγματικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία του Ελληνισμού κατά τη διάρκεια του 20ου αι. Η προσωπική αφήγηση συνδέεται πότε άμεσα και πότε έμμεσα με τα ιστορικά γεγονότα από την κατάληψη της Σμύρνης μέχρι και την απελευθέρωση το ’44 και αργότερα επί Χούντας. Ο πόνος εναλλάσσεται με το χαμόγελο και την ειρωνεία. Όπως ακριβώς η ιστορία της Ελλάδας.
Ο ήρωας θυμίζει σε πολλά τον Οιδίποδα που πασκίζει να φτάσει στην αλήθεια με κάθε τίμημα. Παράλληλα αποτελεί και ενδεικτική φιγούρα αποσυνάγωγου, περιφρονημένου από κάθε κοινωνική δομή ανθρώπου και ως εκ τούτου θύμα της σκληρότητας και της ρατσιστικής συμπεριφοράς που παρατηρείται συχνά σε μικρές κοινωνίες που τις χαρακτηρίζει η άγνοια, ο φόβος και η προκατάληψη.
Πρόκειται για πρωτοπρόσωπη συνειρμική αφήγηση, εντελώς χειμαρρώδη, με έντονα στοιχεία σαρκασμού, αμεσότητα και αφέλεια. Ο ήρωας αφηγείται μπροστά σ’ έναν καθρέφτη με επιμονή και στόχο να ολοκληρώσει επιτέλους την ιστόρηση της ζωής του με τόλμη. Υπάρχει ένα κενό μνήμης το οποίο αφορά την ημέρα του βομβαρδισμού του σουηδικού πλοίου Wirl στο λιμάνι της Χίου τον Φλεβάρη του 1944 το οποίο μετέφερε σιτάρι από τον Ερυθρό Σταυρό για το λαό του νησιού, μετά από προσπάθεια του Σουηδού προξένου. Η επίθεση έγινε από λανθασμένη πληροφορία των μελών της αντιστασιακής ομάδας, ένα λάθος που χρεώνεται ο Κωνσταντής λόγω της σχέσης του με τον Αποστόλη, το μεγάλο έρωτα και τη μοναδική σχέση της ζωής του.
Η αφήγηση όμως δεν ολοκληρώνεται ποτέ από τον ίδιο και στο δεύτερο μέρος του βιβλίου τη σκυτάλη παίρνει ο Νικόλας, υπάλληλος του ψυχιατρικού ιδρύματος, αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των αφηγήσεων τις οποίες καταγράφει σε μπομπίνες. Μέχρι τη μέση του βιβλίου ο αναγνώστης θεωρεί ότι μπροστά του εκτυλίσσεται η τραγική ιστορία ενός ορφανού, φτωχόπαιδου, ομοφυλόφιλου που χειροτονήθηκε κάποια στιγμή ιερέας. Στην πορεία, τα στοιχεία αποκαλύπτουν μια τραγική προσωπικότητα με εμφανή διαταραχή αλλά και με έμμονη ανάγκη να φτάσει στην αλήθεια, τι έγινε από τη στιγμή της έκρηξης και μετά.
Εδώ σημειώνουμε ως αρνητικό στοιχείο την επιλογή του συγγραφέα να ξεδιαλύνει τα πράγματα εντελώς, με το γράμμα του γιατρού, την παρέμβαση του εγγονού του Νικόλα στις μέρες μας και την επαναφορά στην πραγματικότητα. Αυτό ακριβώς στερεί την αυτενέργεια του αναγνώστη και διαλύει κάθε μυστήριο ή διάθεση διαλόγου σε ό,τι αφορά στην τελική κατάληξη. Θεωρούμε ότι η τέχνη μιλά μόνη της και η γλώσσα της είναι επαρκής. Εξάλλου ο Μακριδάκης έχει συγκεντρώσει πολύ καλές κριτικές και η μυθοπλαστική του δεξιότητα δεν εξαντλείται στην προσωπική αυτή αφήγηση αλλά αναδεικνύει τη σχέση του με το νησί, με τη γλώσσα των απλών ανθρώπων και τα πάθη τους.

Έλενα Χρ. Σάββα
Όπως ήθελα να ζήσω
Ελένης Πριοβόλου
Εκδόσεις Καστανιώτη
2009
Σελ। 574

Το πρώτο βιβλίο της Πριοβόλου για ενήλικες πήρε το βραβείο Αναγνωστών 2010 στο διαγωνισμό που διοργανώνει για έκτη χρονιά το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) πανελλήνια. Είναι ένα μοναδικό βραβείο στα ελληνικά δεδομένα αφού προκύπτει αποκλειστικά από τους ίδιους τους αναγνώστες (που αποφασίζουν για τη «βραχεία λίστα») και δίνοντας τη σκυτάλη στο ευρύ κοινό, το οποίο ψηφίζει με sms. Σημειώνουμε ότι με την ψήφο τους οι αναγνώστες συμμετείχαν κατά 50% στο τελικό αποτέλεσμα ενώ το υπόλοιπο 50% βγήκε από τις ψήφους που έχουν ήδη δώσει τα μέλη Λεσχών Ανάγνωσης από τις 280 που λειτουργούν σ’ όλη την Ελλάδα και την Κύπρο.
Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα που μας μεταφέρει στην Αθήνα των τελών του 19ου αιώνα, εποχή έντονου πολιτικού κλίματος αλλά και παθών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο που ωστόσο καταφέρνει να “φέρει το άρωμα” της σημερινής πραγματικότητας στον αναγνώστη του.
Δικομματισμός, φαυλοκρατία, πολιτευτές, τραμπούκοι, «χρυσοκάνθαροι» και τραπεζίτες καθορίζουν το πολιτικό και το οικονομικό σκηνικό. Μέσα σε αυτό το κλίμα έρχεται στην Αθήνα ο έμπορος-ταξιδευτής Ρωμαίος Αγγουλές: φύση καλλιτεχνική και αντισυμβατική, αποφασίζει να εγκατασταθεί και, αντί για χρηματιστηριακά παιχνίδια, να επενδύσει στην «ωραιότητα». Με τη θυγατέρα του Ροζίτα και τον παραγιό του Σωτήρη Κονταξή φυτεύουν ροδώνα, στον οποίο ευελπιστούν να συμπεριλάβουν όλες τις γνωστές ποικιλίες ρόδων, αλλά και να δημιουργήσουν νέα είδη, φτάνοντας ως την επίτευξη του «γαλάζιου ρόδου». Ο Pοδώνας του Κεραμεικού, η περίφημη «Ρόδων Πολιτεία», γίνεται σύντομα η κολυμβήθρα των πρωτοπόρων ιδεών. Εκεί θα εμβαπτισθούν οι ανήσυχοι νέοι, θα καταφύγουν οι παλαιότεροι αντιμοναρχικοί, ενώ παράλληλα θα δοκιμαστούν τα ανθρώπινα πάθη, ο έρωτας και η αντοχή, σε μια Αθήνα αγνώριστη, που εκπλήσσει διαρκώς τον αναγνώστη, είτε με τις διαφορές της είτε με τα κρυμμένα σε αυτήν «σημεία των καιρών μας».
Ανάμεσα στις μεγάλες ιδέες που γεννώνται στους κόλπους των νέων με την επαναστατική φύση είναι και η δημιουργία της Δημοκρατικής Ανατολικής Ομοσπονδίας όπου η πολιτική ένωση θα συμβίωνε με την εθνική κυριαρχία και θα στηριζόταν στις αρχές της αμοιβαιότητας, του αλληλοσεβασμού και της ελεύθερης ανάπτυξης όλων των βαλκανικών λαών. Το όραμα του Φεραίου βρίσκεται στην καλύτερή του ώρα αλλά η βασιλεία, οι πολιτικοί και κυρίως οι εθνικιστικές εξάρσεις (ή εθνικές ανασφάλειες) αναχαιτίζουν αμετάκλητα τους τελευταίους οραματιστές του.
Ένα μυθιστόρημα εποχής για όλους εκείνους που έζησαν «όπως ήθελαν να ζήσουν», κληροδοτώντας στους επόμενους τους σπόρους της ουτοπίας.
Η τριτοπρόσωπη αφήγηση της Πριοβόλου μας τοποθετεί με δεξιοτεχνία αρχικά στα 1870 για να ξετυλίξει το μύθο της και μας συντροφεύει μέχρι και το τέλος του αιώνα. Η γλώσσα της ξενίζει κάπως τον ανυποψίαστο αναγνώστη με τη μεθοδική ωραιοποίηση ενός μείγματος καθαρεύουσας και λόγιας δημοτικής για να δικαιωθεί όμως από την ορθότητά της και την ομαλή ένταξη των διαλόγων της στο κείμενο.
«Η φιλοσοφία της αναιμάκτου γονιδιακής επανάστασης, για την επικράτηση της ωραιότητας, ταυτιζόταν με το προσωπικό του όραμα. Στην όλβια πολιτεία του νου του, δεν υπήρχαν όρια μεταξύ των κρατών, η ομορφιά αποτελούσε το ιδεώδες, η εργασία το ιδανικό, εξέλιπε κάθε μορφή αιμοβόρας εξουσίας και οι άνθρωποι ζούσαν εν ομονοία και αγαθότητι».
Με το Βραβείο Αναγνωστών έχουν τιμηθεί τα βιβλία:
-το 2009 «Ιμαρέτ», του Γιάννη Καλπούζου, -το 2008 «Όλα σου τα ‘μαθα μα ξέχασα μια λέξη» του Δημήτρη Μπουραντά, -το 2007 «Ο κύριος Επισκοπάκης» του Ανδρέα Μήτσου, -το 2006 «Αμίλητα βαθιά νερά», της Ρέας Γαλανάκη, -το 2005 «Η μέθοδος της Ορλεάνης» της Ευγενίας Φακίνου।
Έλενα Χρ Σάββα

ΒΙΒΛΙΟ

Διαβάζοντας στη Χάννα
Bernhard Schlink
Εκδόσεις Κριτική

Στην αρχή το βρήκα εύκολο και σχεδόν το βαρέθηκα όταν άρχισαν οι ερωτικές κοινοτυπίες. Όντως, διαβάζεται γρήγορα, οι εικόνες του είναι ευδιάκριτες και σαφείς και φαντάζομαι η μεταφορά στον κινηματογράφο έγινε χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Στην πορεία τα πράγματα άλλαξαν γιατί ο συγγραφέας έκανε το ταξίδι εσωτερικά και η μνήμη του ζητούσε επίμονα να καθαρεί. Κι ο ερωτισμός στη σχέση ήταν μια αποπλάνηση – πρόσκληση στο εσωτερικό του σώματος για να γίνει λησμονιά.
«Αλλά η πράξη δεν ολοκληρώνει απλώς ότι σκεφτήκαμε κι αποφασίσαμε προηγουμένως. Είναι πηγαία και μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο είναι δική μου…» Παρόρμηση; Εφηβική ανεμελιά; Διάθεση να φτάσεις στο πιο βαθύ σημείο του πόνου σου; Ή αμετακίνητος εγωκεντρισμός;
Μερικές φορές η ανάμνηση κάνει απιστίες στην ευτυχία, κι αυτό συμβαίνει, όταν το τέλος υπήρξε οδυνηρό. Μήπως επειδή η ευτυχία είναι σωστή μόνο όταν κρατάει αιώνια; Επειδή με πόνο τελειώνει κάτι που πονούσε πάντα αλλά ίσως δεν τον αντιλαμβανόμαστε. «Αλλά τι σημαίνει πόνος που δεν τον αντιλαμβάνεσαι;» Διερωτάται ο συγγραφέας.
Η θλίψη που μας πιάνει στην ανασκόπηση θρυμματισμένων αναμνήσεων οφείλεται στην επίπλαστη ευτυχία μας την προτεραία; Οι ευτυχίες συνήθως υπόσχονται πολλά και ενίοτε δεν τηρούν τις υποσχέσεις τους, στέκονται παράμερα ναρκωμένες όπως ναρκωμένοι ήμασταν κι εμείς όταν τις πλάθαμε.
Ένιωθα ωραία μες στο πετσί μου λέει, ίσως γιατί η ευτυχία φαινόταν αδιασάλευτη προσθέτω. Η κάθε ευτυχία.
Η Χάννα γελά με την αδημονία του έφηβου εραστή. «Τι θέλεις; όλη σου τη ζωή σε μία ώρα;» Είναι όμως ευτυχισμένη. Οι αισθήσεις λειτουργούν μέσα στην αίσθηση, ο φόβος του θανάτου αναιρείται, κάθε μέρα νέα ζωή.
Και στην αποκάλυψη, στη δίκη, η Χάννα δεν κάνει υπολογισμούς, δεν ελίσσεται. Η αλήθεια και η δικαιοσύνη της είναι αξιοθρήνητες αλλά κατάδικές της. Ξαναγίνεται άφυλη, όπως τον καιρό του πολέμου. Επωμίστηκε την ευθύνη για ό,τι μπορούσε να κάνει και για ό,τι δεν μπορούσε. Κι η νάρκωση κάθισε παντού. Σαν χώμα. Η εικόνα της γίνεται πια είναι ο στόχος της οργής και της τιμωρίας.
Και ο άντρας που την ερωτεύτηκε τι κάνει; Την αφήνει στην ελευθερία της. Σέβεται την αξιοπρέπειά της να σιωπήσει. Γνωρίζει ότι δε θα ξεπλύνει ποτέ την ενοχή (μα ξεπλένονται οι ενοχές;) αλλά της διαβάζει αμέτρητα βιβλία σε κασέτες. Χωρίς περιττά λόγια και σχόλια. Μόνο ένα βλέμμα είναι αρκετό. Μόνο η φωνή να διαβάζει. Η συγκεκριμένη φωνή. Έτσι κι αλλιώς η πραγματική ποινή είναι η απώλεια του έρωτα.
Οι θάλαμοι αερίων και οι κραυγές των κρατουμένων έχουν ξεθωριάσει. Η σκόνη κάθισε παντού. Σε στρώσεις. Η ιστορία θέλει θύτες και θύματα. Και γράφεται πάντα όταν είναι αργά. Το έγκλημα ήταν φρικτό και δεν επιδέχεται κατανόηση. Το κρίνεις μόνο. Ο άνθρωπος όμως; Η Χάννα; Πρέπει να διαλέξω. Να κρίνω ή να κατανοήσω. Κι άμα δείξω με το δάχτυλο και γυρίσει η ντροπή πάνω μου; Και τι γίνεται αν η νάρκωση πέσει στο σώμα μόνο; Κι αν η φωνή μου σβήσει; «Αφού η αλήθεια όσων λες είναι αυτά που κάνεις, τι χρειάζονται τα λόγια;» Σωστά. Γιατί πρέπει να τη φωνάζω; Μήπως για να την εμπιστευτώ εγώ πρώτα;
Φυγή σημαίνει να φτάνεις κάπου. Και πώς θα φτάσεις…
Η Χάννα όταν πέρασε στην ενηλικίωση ήταν ήδη γριά. Η ίδια η λύπη. Η ανάγνωση κι η γραφή έγιναν ο τρόπος να φωτίσει μέσα της το έγκλημα και τις διαστάσεις του. Δεν μπορούσε όμως να ξανακερδίσει την εγγύτητα με τους ανθρώπους και τον εν δυνάμει έρωτα της ζωής. Λογαριασμό δίνει μόνο στους νεκρούς. Αλλά η φωνή της παραμένει πολύ νεανική.
Διερωτήθηκα γιατί ο συγγραφέας το τραβά και μετά το θάνατό της। Γιατί να συναντήσουμε τη μόνη επιζήσασα του στρατοπέδου; Και στο τέλος η λύπη μου γίνεται βαθιά. Με πονά πιο πολύ που η Εβραία δεν μπορεί να συγχωρήσει παρά ο θάνατος της Χάννα που αποτελεί ούτως ή άλλως νομοτέλεια. Εξάλλου τη θρήνησα όταν έχασε την αγάπη.

Έλενα Χρ. Σάββα



\
Έρωτας και τρακτέρ από την Ουκρανία
A short story of tractors in Ukrainian
Μαρίνα Λεβίτσκα
Εκδόσεις Μοντέρνοι Καιροί
Μετάφραση Μπ. Κουμπαρέλη
Σελίδες 290

Η Μαρίνα Λεβίτσκα γεννήθηκε στα τέλη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από Ουκρανούς γονείς σε έναν καταυλισμό προσφύγων στο Κίελο της Γερμανίας. Μεγάλωσε στην Αγγλία και σήμερα διδάσκει στο πανεπιστήμιο Sheffield Hallam. Αυτό, αν και είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, έκανε πραγματικό πάταγο, έγινε μπεστ σέλερ και της χάρισε τρεις σημαντικές διακρίσεις: το βραβείο Wodehouse, μια υποψηφιότητα για το βραβείο Orange 2005 και μια αξιοζήλευτη θέση στη long list του βραβείου Booker.
Οι εκδότες το πλάσαραν ως ελαφρύ, κατάλληλο για την παραλία, αλλά διαψεύστηκαν. Με τον ίδιο τρόπο το πήρα στα χέρια μου για να διαπιστώσω και λογοτεχνικά το «σύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο» της σεξουαλικής παγίδευσης με καταγωγή το Ανατολικό μπλοκ…
Το μυθιστόρημα καταπιάνεται με τον ερωτισμό και την φθορά της ηλικίας, την αδελφική αγάπη, τις μνήμες του πολέμου και τη στέρηση ενός ολόκληρου λαού. Έξυπνα και με σαρκαστική διάθεση αγγίζει τις αντιστάσεις των απλών ανθρώπων σε σχέση με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ευρώπης του 20αι. και τις ειρηνικές «εισβολές» των μεταναστών.
Ένας 84χρονος Ουκρανός, Βρετανός υπήκοος, ερωτεύεται και προσπαθεί να «σώσει» από τη φτώχεια και την ανασφάλεια μια τροφαντή Ουκρανή και τον έφηβο γιο της. Πριν διαφύγει ο ίδιος με την οικογένειά του από την Ουκρανία προς τη Βρετανία και πολύ πριν καταντήσει ο θλιβερός νυμφίος της σύγχρονης Ιστορίας, είχε ήδη εκτίσει μακρόχρονη αιχμαλωσία στα κολαστήρια του (τότε) φασισμού και του (τότε) κομμουνισμού. Ξεριζωμένος αλλά «με άποψη», ενσωματώθηκε συνειδητά στην ουδετερότητα της εγγλέζικης επαρχίας, κρατώντας από το ουκρανικό παρελθόν του μόνο το πάθος για τη γεωργική ανάπτυξη και συγκεκριμένα για τα τρακτέρ για τα οποία γράφει βιβλίο.
Πώς να μην υποχωρήσει λοιπόν στην επέλαση της προκλητικής ξανθιάς; Πώς να μην εγκλωβιστεί στην τελευταία του (;) αρπαγή από τα ελπιδοφόρα στήθη της προσωποποιημένης λίμπιντο που του έλαχε ; Φολκλορικό εκ πρώτης όψεως, αλλά κάθε μύθος κρύβει μέσα του ψήγματα αλήθειας. Μια εκτυφλωτική γυναίκα με πολιορκητική μηχανή τα τεράστια στήθη της, ένα πράσινο σατέν στηθόδεσμο, ένα ροζ κραγιόν κι ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα μιουλς από εκείνα που όταν περπατάς κάνουν κλαπ κλαπ.
Κλαπ κλαπ και οι μνήμες της αφηγήτριας θυγατέρας, κλαπ κλαπ και η ανάγκη του πατέρα να υπάρξει κι άλλο ερωτικά ενεργός και μέτοχος και προστάτης της απόλυτης σχέσης. Κλαπ κλαπ και τα πολιτικά κτερίσματα της ευρωπαϊκής ιδεοληψίας. Τι ερωτεύτηκε τελικά; Τον έρωτα, τη γυναίκα, την πατρίδα του ή τη ζωή;

Η συγγραφέας με πολλή τόλμη μας παραδίδει μια ηρωίδα, ηθικά γυμνή και πολιτικά αφτιασίδωτη, παρακάμπτοντας θεαματικά την πολιτική ορθότητα. Η Ουκρανή είναι βάναυση γιατί έτσι έχει εκπαιδευτεί να είναι. Εγωκεντρική, υπολογίστρια, αρπακτική και βάρβαρη, αχάριστη και αδίσταχτη. Θα την αντέξει η σύγχρονη Ευρώπη που έχει λησμονήσει συνειδητά τι θα πει άγρια επιβίωση;
Αλλά οι άνθρωποι αντέχουν όταν έχουν διασφαλιστεί τα δικαιώματα, η ασφάλεια και η φαινομενική έστω ευημερία τους. Αντέχουν κι όταν αγαπήσουν πολύ. Μόνο που εδώ το θέμα δεν είναι αν αγαπιούνται αλλά πόσο μπορούν να συνυπάρξουν μέσα στο πλέγμα της ανταλλαγής. Γιατί μια γόησσα στα 36 της σαφώς ανταλλάσσει τα νιάτα, το χρόνο και τις δυνάμεις της μόνο με έναν παππού με χρήματα όσο πνευματώδης ή μη κι αν είναι αυτός. Πώς μια υπηκοότητα κι ένα βρετανικό διαβατήριο μπορούν να αποκοιμίσουν τη δυναμική του έρωτα και την αδιαμφισβήτητη ανάγκη (ναι και της Ουκρανής) για αγάπη;
Βεβαίως εκτός από το σεξ είναι και το χρήμα. Η ωραία μετανάστρια καταφέρνει με την υπόσχεση ενός νέου ερωτικού, σοσιαλιστικού παραδείσου, να ξεπουλήσει οικονομικά τον ερωτοχτυπημένο ηλικιωμένο, να τον διαλύσει σωματικά και ψυχικά αλλά και να εκδιωχθεί από τη βρετανική δικαιοσύνη με την παρέμβαση των θυγατέρων της οικογένειας. Ωστόσο θύτης και θύμα εναλλάσσουν ρόλους συνέχεια, ακόμα και με το τέλος κάθε παρόμοιας ιστορίας.

Έλενα Χρ. Σάββα

ΒΙΒΛΙΟ

Συνάντηση
Μίλαν Κούντερα
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Μετάφραση Γιάννης Η. Χάρης
2010

Η Συνάντηση είναι το τελευταίο βιβλίο του 81χρονου Μίλαν Κούντερα. Ο Τσέχος σημαντικός, παγκόσμιος συγγραφέας στοχάζεται μεγαλόφωνα και ελεύθερα πάνω σε θέματα παλιά και συγχρονικά, όχι τόσο πάνω σε ζητήματα λογοτεχνίας, όσο σε σχέσεις με πρόσωπα, φιλίες και συγκυρίες, σε στιγμές των δημιουργών.
Γιος μουσικού, τον απασχολούν συνθέτες και μουσουργοί όσο μυθιστοριογράφοι και ζωγράφοι του 20ου αιώνα. Ο ήπιος στοχασμός του συνειρμικά συνδέει τέχνες, νοοτροπίες και προσεγγίσεις με ποιητική απολυτότητα. Γράφει ελεύθερος από επιστημονική τεκμηρίωση ή από δοκιμιακή αυστηρότητα και συντάσσεται με την ηχητική υποκειμενικότητα της ψυχής έναντι στην αντικειμενικότητα του κόσμου.
Μέσα από τα δοκίμια των εννιά ενοτήτων συναντιόμαστε με καλλιτέχνες και έργα που συγκίνησαν, προσδιόρισαν και διαμόρφωσαν τον συγγραφέα. Στην εισαγωγή του βιβλίου ο ίδιος γράφει: «… συνάντηση των σκέψεών μου και των αναμνήσεών μου, των παλιών μου θεμάτων (υπαρξιακών και αισθητικών) και των παλιών μου ερώτων …) Έρωτες εδώ εννοούνται τα πρόσωπα που αποτελούν το προσωπικό του Πάνθεον. Όλοι αποτελούν αφορμές για να ειπωθεί μια εμπειρία. Δεν αναλύεται και δεν εξηγείται η σχέση αλλά μεταφέρεται η προσωπική διαδρομή μέσα από το έργο τους.
Στην ηλικία της φθοράς πια, ο συγγραφέας προβληματίζεται για θέματα όπως το κωμικό, ο φόβος, η ερωτική πράξη, η ευρωπαϊκή μουσική, το πολιτικό ή απολιτικό παγκόσμιο γίγνεσθαι, ο θάνατος αλλά και το ίδιο το μυθιστόρημα. Ένας υπαρξιακός συγγραφέας, σε συνεχή διάλογο με την εποχή του, η οποία ωστόσο έχει μεγάλο βάθος χρόνου. Γι’ αυτό η κατάχρηση του συναισθήματος οδηγεί στο κιτς, ο Μπετόβεν είναι ο εκφραστής της «καθολικής κληρονομιάς » και ο Ξενάκης η «καθολική άρνηση αυτής της κληρονομιάς».

Στη «Συνάντηση», ο Κούντερα αναζητεί συγγένειες, διαφορές, μεγεθύνσεις παρατηρήσεις, με τον ίδιο τρόπο που ένας μυθιστοριογράφος περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο, ενώνοντας τον ήρωα με τους συγγενείς, τους φίλους και τα λοιπά πρόσωπα. Μοιάζει με ένα μυθιστόρημα αποσπασματικό, όπου όλες οι εμπειρίες του πρωταγωνιστή με τολμηρές συνδέσεις μαζεύουν στο ίδιο αχρονικό σημείο συγγραφείς και καλλιτέχνες. Σ’ αυτή την άτυπη αυτοβιογραφία, κατοικεί ο φόβος, το γέλιο, ο θάνατος. Τα στοιχεία ξεπηδούν από την τέχνη, την αποχωρίζονται σταδιακά και γίνονται ζωή.
Δεν κάνει αισθητική ανάλυση και η ελευθερία του δεν περιστέλλεται. Τολμά να μιλά για τις αγάπες και τις προτιμήσεις του φανατικά με μια σιγουριά που δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τον εαυτό της. Ο Κούντερα περιγράφει και μιλά για τον παρελθόντα χρόνο, μέσα από το σημείο της συνάντησης και κυρίαρχο στοιχείο δεν είναι το σχήμα της απόδειξης, αλλά ένα πλέγμα συνειρμών και υποκειμενικών αντιστοιχιών.
Η συνάντηση με τον Μπέικον δεν είναι συνάντηση με έναν ζωγράφο, αλλά με μια έκφραση του φόβου, όμοια με τη συνάντηση μιας κοπέλας με τις ανακρίσεις των Σταλινικών της Πράγας. «Ο Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι, γίνεται αφορμή για μια σύντομη συζήτηση γύρω από το κωμικό, τα «100 χρόνια μοναξιάς» προσφέρουν τη διαπίστωση πως οι μεγάλοι λογοτεχνικοί ήρωες στην πλειοψηφία τους είναι άκληροι. Στο δοκίμιό του για τον Φίλιπ Ροθ με τρόπο εκπληκτικό μέσα σε τρεις σελίδες καταφέρνει να μιλήσει για τον ερωτισμό στον Τολστόι, στον Ντ. Χ. Λόρενς και στον Χένρι Μίλερ! Συνειρμοί γοητευτικοί, προσφέρουν μια εμβάθυνση στο φαινομενικά επιφανειακό, στη λεπτομέρεια, στις κρυφές γωνίες των ιστοριών.
Μέσα από την ταύτιση της ζωής με την τέχνη, ο Κούντερα μας προσφέρει ένα βιβλίο μιας ώριμης ηλικίας για ένα πάθος μονίμως νέο, το πάθος του μυθιστορήματος και της ζωής μέσα από αυτό. Ο λόγος του αποφεύγοντας τη φιλολογία και την πειθώ, αποτελεί μάλλον «ένα διαυγές, θλιμμένο, στοχαστικό βλέμμα, που προσπαθεί να εμβαθύνει στο ουσιώδες».

Έλενα Χρ. Σάββα
Τα χαρούμενα αγόρια της Ατζαβάρα
Μανουέλ Βαθκέθ Μονταλμπάν
Εκδόσεις Καστανιώτη
Μετάφραση Τάσος Ψαρρής
Σελ. 313
2010

Η Ατζαβάρα είναι ένα ορεινό χωριουδάκι κοντά στην ακτή της Ταραγόνας. Εγκαταλειμμένο σταδιακά από τους αρχικούς του κατοίκους, έχει καταληφθεί από ανθρώπους της πόλης, που μετατρέποντας τα μισογκρεμισμένα σπίτια σε μεγαλοπρεπείς επαύλεις, προσπαθούν να το μεταβάλουν σε θερινό τους παράδεισο. Εκεί περνούν τα καλοκαίρια τους κυρίως Καταλανοί αστοί, δημιουργοί, περίεργοι τύποι, οικογένειες, ζευγάρια ετεροφυλόφιλα και ομοφυλόφιλα, περαστικοί, με φόντο τον φρανκισμό και μια δικτατορία που φαινομενικά δεν τους έχει αγγίξει.
Οι στάβλοι γίνονται καθιστικά και οι αποθήκες υπνοδωμάτια και γραφεία στο γραφικό χωριό που αναστηλώνεται παράλληλα με τη δημοκρατική συνείδηση των περιστασιακών κατοίκων του. Η Ατζαβάρα λοιπόν γίνεται προορισμός και καταφύγιο γι’ αυτές τις ετερόκλητες ομάδες ανθρώπων κυρίως χάρη στις αυστηρά προσωπικές σχέσεις αλλά και στην ερωτική διαπαιδαγώγηση και στην υπό διαμόρφωση αστική συνείδηση των φιλελεύθερων αριστερών αλλά και του κοσμοπολίτικου πνεύματός τους, με κριτήρια τόσο ιδεολογικά όσο και βιολογικά. Οι συναντήσεις τους συνίστανται σε φανταστικές αποδράσεις και ηθικές και ψυχολογικές αβύσσους όπου κατεβαίνουν με αστάθεια και συγκεκριμένο πολιτισμικό υπόβαθρο. Η βαρκελωνέζικη υποκουλτούρα καθώς και τα επαρχιώτικα υπολείμματα υποπολιτισμικής αλαζονείας εκτονώνονται σε συζητήσεις για το μέλλον της Ισπανίας με δεδομένη την αρρώστια του Φράνκο αλλά και σε περίεργες ερωτικές περιπτύξεις και σε ακατάσχετη οινοποσία και γλέντια όπου τα προσωπεία εναγωνίως πασκίζουν να γίνουν πρόσωπα.
Χαρούμενα αγόρια με ιδιαιτερότητες, περιβολή που ενδύονται ανάλογα με το ρόλο και τα συναισθήματα της ομήγυρης, κομμάτια ενός παζλ που αδυνατούν να υπάρξουν αυτόνομα αλλά μπορούν να νοηματοδοτήσουν την παραμικρή ενέργεια του συνόλου. Συζητούν για το μέλλον με μια σχιζοφρενική μετεώριση ανάμεσα στις επιθυμίες τους και την πολιτική πραγματικότητα που εξακολουθεί να είναι φτιαγμένη στα μέτρα ενός απαρχαιωμένου φρανκισμού. Από τη μια η φιλελεύθερη τοποθέτηση που θα επιτρέψει χωρίς την κρατική παρέμβαση την απευθείας συνεργασία με δημιουργούς και στελέχη άλλων ευρωπαϊκών χωρών και από την άλλη η αθέλητη πολλές φορές απολιτική στάση, επίδραση από την εποχή της παραπληροφόρησης και της προκατάληψης. Οι αμφιλεγόμενοι αυτοί άνθρωποι δείχνουν να έχουν διπλή συνείδηση και διπλή ηθική. Αναζητούν τον ερωτικό τους προσανατολισμό με την ίδια περιέργεια που εικάζουν για τα αποτελέσματα του εκδημοκρατισμού της χώρας.
Χαρούμενα κορίτσια με καλή ανατροφή, ευχάριστα, έτοιμα να εκπλαγούν με επαναλήψεις, με την έπαρση και τις γνώσεις των μανάδων τους που προσπαθούν να τινάξουν από μέσα τους, βγαίνουν από την τελευταία μπουρζουαζία της χώρας, με θάρρος χειραφέτησης που ενίοτε επιτυγχάνεται άτσαλα και μεθούν συχνά με τα χαρούμενα αγόρια και με συνοδεία σαλάτες ρυζιού, άφθονο αλκοόλ και εναλλακτική ερωτική συμπεριφορά, τόσο προβλέψιμη όσο και καταλυτική.
Οι σεβιγιάνικοι χοροί, η παραλία, ο έρωτας, ο παροξυσμός αναζήτησης της ηδονής και του πόνου, η μοναξιά και τα όρια του εγώ αναμειγνύονται με έναν τρόπο που σε καθιστά αυτόπτη και αυτήκοο μάρτυρα μιας γενιάς 40ρηδων που οφείλουν να διέλθουν από την τελευταία τους εφηβεία για να μεταβούν από τη μηχανική μνήμη στην ωριμότητα και στη δημοκρατία των πολλών.
Το μυθιστόρημα του Μονταλμπάν δεν έχει πλοκή. Πρόκειται για τέσσερις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις με θέμα το καλοκαίρι του 1974 και τα γεγονότα που διαδραματίζονται στην Ατζαβάρα ανάμεσα στην παρέα των χαρούμενων αγοριών και κοριτσιών. Ένας αμόρφωτος νεαρός, από τη λαϊκή Φαμπρικέτα, μια καθηγήτρια Ιστορίας που αναζητεί τον έρωτα έξω από τον συμβατικό γάμο της, ένας συγγραφέας συμβιβασμένος με την ανάγκη επιβίωσης και μια ώριμη, φευγάτη γυναίκα, γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας.
Στρωτό γράψιμο, ελκυστικό ύφος, πυκνή γλώσσα και το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο μέχρι το τέλος. Οι τέσσερις αφηγητές δεν καταθέτουν απλώς πώς είδαν ή πώς συμμετείχαν στα γεγονότα αλλά αφορμούνται από αυτά για να καταδυθούν στους ενδότερους δικούς τους λαβύρινθους.

Έλενα Χρ. Σάββα

Βιβλίο

Πικρά κεράσια
Εκδόσεις Διόπτρα
Δημήτρης Αλεξίου
Σελ. 434

Πρόκειται για ένα τρυφερό, ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα που καταγράφει τις προσωπικές ιστορίες των μελών μιας μικρασιατικής οικογένειας. Τριτοπρόσωπη αφήγηση, γοργός ρυθμός, ανατροπές και τα προσωπικά βιώματα εξελίσσονται παράλληλα με τα ιστορικά γεγονότα που σημαδεύουν την Ελλάδα από το 1922 μέχρι τις μέρες μας. Τρεις γενιές ανθρώπων, γάμοι, γεννήσεις, πάλη για επιβίωση, καταστροφές, δοκιμασίες, αρρώστιες και θάνατοι με τα κεράσια να έχουν πρωταγωνιστικό και καθοριστικά μοιραίο ρόλο. Ο έρωτας ως κινητήρια δύναμη ζωής και ο θάνατος ως μετάβαση ή ανάπαυση.
Η γραφή του Αλεξίου είναι ενδιαφέρουσα, ελκυστική και δεν κουράζει. Η πένα του αναδύει γλυκά νοσταλγικά αρώματα κι ανάγλυφες εικόνες, μιας άλλης εποχής, που σε προκαλεί και σε προσκαλεί να την συναντήσεις, να την κατανοήσεις. Μια γυναικεία μορφή, δεσπόζει με την παρουσία της, σε κάθε σελίδα του βιβλίου και κερδίζει τις καρδιές των αναγνωστών του : Η Πλουσία σε αρετές, σε συναισθήματα, σε ψυχικές δυνάμεις. Τα κεράσια, άρρηκτα συνδεδεμένα μαζί της, αφού την διάλεξαν από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε κάτω από την κερασιά και της έδωσαν τη γλύκα, το χρώμα και την ομορφιά τους - ενίοτε και τη στυφάδα τους, και τη σκληράδα του κουκουτσιού τους...

Ο ξεριζωμός του ΄22, κατόρθωσε να βγάλει από την τροχιά της, την στρωμένη με κεράσια τρίχρονη ύπαρξή της, αλλά όχι και το χαμόγελο από το πανέμορφο μουτράκι της. Αρχικά στη Σάμο κι έπειτα στην Αθήνα, η Πλουσία και ό,τι απέμεινε απ' την οικογένειά της, πάλεψαν για μια καινούρια αρχή, με καινούριες συνθήκες, καινούρια πρόσωπα και καινούριες σχέσεις. Όσες φορές το καλά πληροφορημένο αισθητήριό της, έπιανε μια αλλαγή, εκείνη την απέδιδε στα κεράσια της, που κόκκινα στο αίμα της προανήγγελλαν είτε το σκιώδη καλπασμό του πολέμου του ΄40, είτε την απόγνωση της Κατοχής και του Εμφυλίου, είτε τα σκληρά χρόνια της Δικτατορίας και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου είτε τον ερχομό ή την αναχώρηση από το σκηνικό της ζωής των αντρών που αγάπησε, πατεράδες, συζύγους, γιους, εγγόνια. Είναι ο αγώνας μιας γυναίκας και μιας οικογένειας να ζήσει καλά, αγαπώντας και φροντίζοντας ο ένας τον άλλο, με αλληλεγγύη, εντιμότητα και συχνά με αυταπάρνηση. Είναι η οικογένεια μιας γυναίκας που έζησε με πάθος και τόλμη, θέλοντας να γευτεί κάθε χαρά και κάθε θλίψη που η ζωή της χάριζε. Να γευτεί και το τελευταίο κουκούτσι από τα κεράσια της.
Το κερασοκόριτσο, ισορροπεί ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα, το γλυκό και το πικρό, την αλήθεια και το μυστήριο. Με αντοχές που μοιάζουν ανεξάντλητες, ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της, όπως η δεύτερη πατρίδα της που μέσα από την δική της ιστορία, ξεπετάγεται, μια λαβωμένη Ελλάδα που όσο κι αν κλονίζεται, δεν πέφτει, δεν χάνεται οριστικά, σηκώνει τα μανίκια κι ανασυγκροτείται.
Στα θετικά του βιβλίου, ο σεβασμός του συγγραφέα προς του ήρωές του, η χωρίς βία αναδίπλωση των χαρακτήρων, η αρρενωπή και γρήγορη ματιά του στα γεγονότα. Στα αρνητικά, το υπερβολικό στοιχείο των κερασιών που ενίοτε προσδίδει στην αφήγηση μια ρομαντική αφέλεια καθώς και η τοποθέτηση του συγγραφέα στα κοινωνικά φαινόμενα ή στις ατομικές επιλογές των προσώπων.

Έλενα Χρ. Σάββα