Μεγάλοι δρόμοι
Διηγήματα
Λένα Κιτσοπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010
Σελ. 227
«Τα μεγάλα ταξίδια και οι μεγάλες διαδρομές συμβαίνουν καμιά φορά μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα. Το μυαλό διανύει αποστάσεις τρελές την ώρα που τα πόδια μένουν καρφωμένα στο πάτωμα. Οι άνθρωποι των μεγάλων δρόμων παλεύουν με τη μοναξιά τους, επουλώνουν τις πληγές τους, σκοτώνουν το παρελθόν μέχρι που αυτό ξανάρχεται και τους χτυπά την πόρτα. Αγριεύουν και ημερεύουν όπως τα σκυλιά, ανάλογα με τις ορέξεις τους, έρμαια του χαρακτήρα τους, αυτής της αβύσσου που δεν την επέλεξαν, δεν αποφασίζουν για τίποτα, αντιδρούν μόνο στον συναγερμό του εγκεφάλου, όταν αυτός ενεργοποιείται και βουίζει μέσα στ’ αυτιά τους.»
Η Κιτσοπούλου με το τρίτο της έργο κατάφερε να μας δώσει μια περιγραφή του σύγχρονου Έλληνα, κυνική, αναρχική και ευφυέστατη. Πρόκειται για δέκα διηγήματα γραμμένα σε μια καθημερινή γλώσσα, σχεδόν πρωτόγονη που φτάνει στα όρια της σκληρότητας. Οι ήρωές της είναι εγκλωβισμένοι στα πάθη, τις αδυναμίες και τις επιθυμίες τους,. Η ίδια τους παραθέτει με διάθεση ξεγυμνώματος, χύμα, αλλά με συμπάθεια. Νέοι και μεσήλικες, γερασμένοι μέσα στις αγκυλώσεις τους, κλυδωνίζονται ανάμεσα στο θέλω και το μπορώ, ανάμεσα στην περιρρέουσα ηθική και την αναζήτηση για κάτι άλλο, καλύτερο κι ελπιδοφόρο. Άνθρωποι της θλιβερής επαρχίας ή χαμένοι στην πρωτεύουσα, που καταδυναστεύονται από το ψέμα και την τυραννική κληρονομιά τους.
Φαίνεται παράξενο αλλά το γλυκό και συνάμα θυμωμένο μουτράκι της συγγραφέα έχει ζήσει πολλά κι έχει απορροφήσει σαν σφουγγάρι οτιδήποτε συμβαίνει γύρω για να το αποτυπώσει με μανία και ταλέντο. Ο λόγος της αγριάδας στο γράψιμο είναι ο εσωτερικός της κόσμος, η ίδια δηλαδή. Παράλληλα, ανατρέπει αδιάκοπα την τραγωδία με ένα σαρκασμό που κόβει φλέβα. Αντιστρέφει την πραγματικότητα με επιδεξιότητα εντελώς ρεαλιστική. Δεν υπάρχει εδώ το εξυπνακίστικο τέχνασμα της φιλο-σουρεαλιστικής γραφής. Τίποτε μοντέρνο, ούτε μεταμοντέρνο. Ένα μπάχαλο. Όπως είναι η ζωή μας σήμερα.
Τα θέματα του βιβλίου, η μοναξιά, η κατάθλιψη, η κακοποίηση, τα παιδικά τραύματα, η ασχήμια, η περιθωριοποίηση, ο θυμός και ο πόνος ξεκαθαρίζουν μέσα στο βρισίδι, τον τσαμπουκά και την υπόδυση καθημερινών ρόλων. Το μεγάλο θέμα όμως είναι ότι τα πρόσωπα βιώνουν την απόλυτη απόγνωση πολλές φορές ασυνείδητα κι εμείς παρακολουθούμε την ανατριχιαστικά λεπτομερή αφήγηση με διαστροφική τρομολαγνεία. Οι «Μεγάλοι δρόμοι» , χαρακτηριστικό δείγμα νεοκαταραμένης λογοτεχνικής γραφής είναι βίαιο, ωμό, γκροτέσκο, χυδαίο και τραγικά αληθινό. Και το πλέον ανατριχιαστικό είναι ότι σε όλα τα διηγήματά της μέσα μπορούμε όχι μόνο να ταυτιστούμε με τα πρόσωπα αλλά και να καθρεφτιστούμε εμείς οι ίδιοι και τα πιο κρυφά μας πάθη.
Η ίδια σε συνέντευξή της μιλά για το τσεμπέρι της μήτρας και ορίζει την επικοινωνία των εγκεφάλων ως κοινή πατρίδα. Γράφει για τον έρωτα και από έρωτα και εξηγεί γιατί η μοναξιά μπορεί να είναι ελευθερία. Σημειώνει ότι η Ελλάδα σου ρουφά τα νιάτα και το αίμα αλλά εδώ μιλά και γράφει ελεύθερα. Ερωτεύεται και κάνει φίλους. Και εν τέλει, μέσα στη φύσει απαισιοδοξία της και στην αθλιότητα της κοινωνίας βλέπει να υπάρχει πάντα λίγο φως…
Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011
Βιβλίο
Απόψε δεν έχουμε φίλους
Σοφία Νικολαίδου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010
Σελ. 272
Ο τίτλος είναι ένα σύνθημα από τις εξεγέρσεις των μαθητών και φοιτητών το Δεκέμβριο του 2008 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης «Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά. Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται; Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη; Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει; » σημειώνει ο εκδότης.
Η αφήγηση παλινδρομεί ανάμεσα στο πριν και το μετά, ανάμεσα στην περίοδο της Κατοχής και τη δεκαετία του 1980, σμιλεύοντας σιγά σιγά την προσωπικότητα των χαρακτήρων και αντιπαραθέτοντας συνεχώς τα δύο άκρα του χρονικού φάσματος, για ν’ αποτυπώσει ευκρινέστερα την εξέλιξή τους.
Στο τρίτο της μυθιστόρημα η Νικολαίδου καταφέρνει να αρθρώσει ένα μεστό και ώριμο λόγο, να πειθαρχήσει τις αφηγηματικές τεχνικές της και να δώσει ένα ενδιαφέρον και αξιόλογο βιβλίο για μια ταραγμένη εποχή που λανθασμένα νομίζουμε ότι έχει παρέλθει. Όπως και σε άλλα παρόμοια θέματα καταρρίπτονται μύθοι , αλήθειες και ψέματα βαδίζουν παράλληλα στη σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων και με τον πιο απλό τρόπο, με την ξεκάθαρη σκιαγράφηση χαρακτήρων και προσώπων ανασκαλεύουμε παλιές πληγές που κακοφορμίζουν ακόμα εθνική (;) και ατομική σύγχυση, ενοχή και πόνο. Συνοψίζει εύστοχα την ελληνική περιπέτεια (προπαντός την περιπέτεια των συνειδήσεων) από την Κατοχή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980 (παραλείπεται όμως η σκοτεινή περίοδος του εμφυλίου) διαλέγοντας ως παραδειγματική περίπτωση τις διεργασίες εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας της Θεσσαλονίκης το ίδιο διάστημα.
Σ΄ ένα σχετικά μικρής έκτασης μυθιστόρημα η συγγραφέας, με ζηλευτή οικονομία έκφρασης κατορθώνει να καλύψει χρονικά μισόν αιώνα νεότερης ελληνικής Ιστορίας και μοιράζει την προσοχή της σχεδόν ισόνομα σε πολύ διαφορετικούς ανθρώπους διαφορετικών γενεών και συμπλέκει με πειστικό τρόπο τις τύχες τους σ’ έναν μύθο-σχόλιο για τις σχέσεις Ιστορίας, πολιτικής ταυτότητας και προσωπικού ήθους στην ειδική περίπτωση της σύγχρονης ελληνικής εμπειρίας. Σαφώς και τοποθετείται η συγγραφέας. Το πολιτικό ύφος (και ήθος) του βιβλίου συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του καθηγητή Σουκιούρογλου (ένας από τους ακυρωμένους ήρωες της ιστορίας) και στην έρευνά του. Παράλληλα, άνθρωποι που θα φαίνονταν παρανοϊκοί στις μέρες μας (και ενδεχομένως να σκότωναν κατά συρροή αντίπαλους οπαδούς) ανερυθρίαστα καταδίκασαν σε εξευτελισμό ή και θάνατο συμπολίτες τους στο όνομα μια ιδέας (;) ή ενός αρρωστημένου πάθους.
Τελικά τίποτε δεν έγινε τόσο παλιά. Τα πρόσωπα ζουν ή κινούνται ανάμεσά μας. Οι πρωταγωνιστές μετανοημένοι ή αμετανόητοι ή αλλαξοπιστήσαντες εν μια νυχτί έχουν καθορίσει ο καθένας στον μικρόκοσμό του, την πορεία πολλών ανθρώπων, τη μοίρα ενός ολόκληρου λαού που εμπερικλείει τα πάντα: Δοσίλογους, εθνοσοσιαλιστές, ρατσιστές, αριστερούς, πασόκους, ιδεολόγους, ιδεολήπτες και ανένταχτους. Συγχυσμένοι άπαντες. Έννοιες όπως πατριώτης, προδότης, καιροσκόπος, θύμα και θύτης συγχέονται κάτω από το πρίσμα των προσωπικών παθών και της αδυναμίας να δούμε τα πράγματα έξω από το εγώ μας. Και τι θα πει λαός δηλαδή; Αυτός ο λαός δεν έχει πρόσωπο; Κι αν όπως λέει ο Σμέμαν έχει συλλογική ευθύνη, τότε η δικαιοσύνη του πώς ορίζεται; Στην αρχή του βιβλίου η συγγραφέας προτάσσει: «Όποιος θυμάται να του βγει το μάτι. Όποιος ξεχνάει να του βγουν και τα δυο.» Μήπως η μνήμη μπορεί να μας συνετίσει; Γιατί ποιος μας εγγυάται ότι αυτή η πατρίδα δεν πεθαίνει ποτέ; Μήπως με τη θνητότητά μας πρέπει να αναμετρηθούμε όλοι ;
Σοφία Νικολαίδου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010
Σελ. 272
Ο τίτλος είναι ένα σύνθημα από τις εξεγέρσεις των μαθητών και φοιτητών το Δεκέμβριο του 2008 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης «Ένα μυθιστόρημα για τρεις γενιές Ελλήνων που προσπαθούν να ζήσουν τη ζωή τους, την ώρα που η Ιστορία δείχνει τα δόντια της. Γονείς και παιδιά, φοιτητές, μαθητές, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, μπακάληδες και αλάνια, γιαγιάδες και υπάλληλοι, συνδικαλιστές και ουδετερόφιλοι μαθαίνουν μια και καλή πως πρώτα κοιτάς πού χύθηκε το αίμα σου και ύστερα διαλέγεις πλευρά. Ποια είναι η σωστή και ποια η λάθος απόφαση, όταν ο κόσμος γύρω καίγεται; Πώς τσακίζεται η θεωρία στην πράξη; Και ποιος μας βεβαίωσε, παρακαλώ, πως αυτή η χώρα ποτέ δεν πεθαίνει; » σημειώνει ο εκδότης.
Η αφήγηση παλινδρομεί ανάμεσα στο πριν και το μετά, ανάμεσα στην περίοδο της Κατοχής και τη δεκαετία του 1980, σμιλεύοντας σιγά σιγά την προσωπικότητα των χαρακτήρων και αντιπαραθέτοντας συνεχώς τα δύο άκρα του χρονικού φάσματος, για ν’ αποτυπώσει ευκρινέστερα την εξέλιξή τους.
Στο τρίτο της μυθιστόρημα η Νικολαίδου καταφέρνει να αρθρώσει ένα μεστό και ώριμο λόγο, να πειθαρχήσει τις αφηγηματικές τεχνικές της και να δώσει ένα ενδιαφέρον και αξιόλογο βιβλίο για μια ταραγμένη εποχή που λανθασμένα νομίζουμε ότι έχει παρέλθει. Όπως και σε άλλα παρόμοια θέματα καταρρίπτονται μύθοι , αλήθειες και ψέματα βαδίζουν παράλληλα στη σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων και με τον πιο απλό τρόπο, με την ξεκάθαρη σκιαγράφηση χαρακτήρων και προσώπων ανασκαλεύουμε παλιές πληγές που κακοφορμίζουν ακόμα εθνική (;) και ατομική σύγχυση, ενοχή και πόνο. Συνοψίζει εύστοχα την ελληνική περιπέτεια (προπαντός την περιπέτεια των συνειδήσεων) από την Κατοχή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980 (παραλείπεται όμως η σκοτεινή περίοδος του εμφυλίου) διαλέγοντας ως παραδειγματική περίπτωση τις διεργασίες εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας της Θεσσαλονίκης το ίδιο διάστημα.
Σ΄ ένα σχετικά μικρής έκτασης μυθιστόρημα η συγγραφέας, με ζηλευτή οικονομία έκφρασης κατορθώνει να καλύψει χρονικά μισόν αιώνα νεότερης ελληνικής Ιστορίας και μοιράζει την προσοχή της σχεδόν ισόνομα σε πολύ διαφορετικούς ανθρώπους διαφορετικών γενεών και συμπλέκει με πειστικό τρόπο τις τύχες τους σ’ έναν μύθο-σχόλιο για τις σχέσεις Ιστορίας, πολιτικής ταυτότητας και προσωπικού ήθους στην ειδική περίπτωση της σύγχρονης ελληνικής εμπειρίας. Σαφώς και τοποθετείται η συγγραφέας. Το πολιτικό ύφος (και ήθος) του βιβλίου συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του καθηγητή Σουκιούρογλου (ένας από τους ακυρωμένους ήρωες της ιστορίας) και στην έρευνά του. Παράλληλα, άνθρωποι που θα φαίνονταν παρανοϊκοί στις μέρες μας (και ενδεχομένως να σκότωναν κατά συρροή αντίπαλους οπαδούς) ανερυθρίαστα καταδίκασαν σε εξευτελισμό ή και θάνατο συμπολίτες τους στο όνομα μια ιδέας (;) ή ενός αρρωστημένου πάθους.
Τελικά τίποτε δεν έγινε τόσο παλιά. Τα πρόσωπα ζουν ή κινούνται ανάμεσά μας. Οι πρωταγωνιστές μετανοημένοι ή αμετανόητοι ή αλλαξοπιστήσαντες εν μια νυχτί έχουν καθορίσει ο καθένας στον μικρόκοσμό του, την πορεία πολλών ανθρώπων, τη μοίρα ενός ολόκληρου λαού που εμπερικλείει τα πάντα: Δοσίλογους, εθνοσοσιαλιστές, ρατσιστές, αριστερούς, πασόκους, ιδεολόγους, ιδεολήπτες και ανένταχτους. Συγχυσμένοι άπαντες. Έννοιες όπως πατριώτης, προδότης, καιροσκόπος, θύμα και θύτης συγχέονται κάτω από το πρίσμα των προσωπικών παθών και της αδυναμίας να δούμε τα πράγματα έξω από το εγώ μας. Και τι θα πει λαός δηλαδή; Αυτός ο λαός δεν έχει πρόσωπο; Κι αν όπως λέει ο Σμέμαν έχει συλλογική ευθύνη, τότε η δικαιοσύνη του πώς ορίζεται; Στην αρχή του βιβλίου η συγγραφέας προτάσσει: «Όποιος θυμάται να του βγει το μάτι. Όποιος ξεχνάει να του βγουν και τα δυο.» Μήπως η μνήμη μπορεί να μας συνετίσει; Γιατί ποιος μας εγγυάται ότι αυτή η πατρίδα δεν πεθαίνει ποτέ; Μήπως με τη θνητότητά μας πρέπει να αναμετρηθούμε όλοι ;
Τρίτη 9 Αυγούστου 2011
ΒΙΒΛΙΟ
Η βουή και η μανία
Ουίλλιαμ Φώκνερ
Εκδόσεις Καστανιώτη
2010
Σελ. 333
Ο Φώκνερ υπήρξε ιδιοφυής, μοναχικός, ιδιόρρυθμος και αλκοολικός. Η τραγικότητα της ζωής του αλλά και το πάθος και το χάρισμά του να γράφει και να διεισδύει στην ανθρώπινη συνείδηση πέρασαν στα έργα του με ορμή, και αυθεντικότητα. Ο τίτλος του κορυφαίου έργου Η βουή και η μανία προέρχεται από την πέμπτη σκηνή στην πέμπτη πράξη του σαιξπηρικού Μακμπέθ.
Πρόκειται για την ιστορία μιας τυπικής οικογένειας του αμερικανικού Νότου που ζει φυλακισμένη στο παρελθόν της. Παραβιάζοντας με εκπληκτική τεχνική την παραδοσιακή πεζογραφική αφήγηση, ο συγγραφέας αναπτύσσει την ιστορία του μέσω των αδελφών της οικογένειας Κόμπσον, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα και ειδικά η μητέρα και ο πατέρας σκιαγραφούνται ξεκάθαρα μέσα από τις ανεξάρτητες αφηγήσεις . Ο πρώτος αδελφός είναι πνευματικά καθυστερημένος, ο δεύτερος αιμομίκτης και ο τρίτος κωμικός σε βαθμό εξορισμού. Τα τρία αδέλφια είναι αφηγητές των τριών πρώτων κεφαλαίων. Όλα μιλούν για την αδελφή τους στήνοντας το πορτρέτο της μέσω των προσωπικών τους αναμνήσεων και ορίζοντάς της ως το πρόσωπο για το οποίο γράφεται κάθε λέξη. Το κάθε κεφάλαιο έχει την ιδιαιτερότητά του και το ύφος του, το οποίο πηγάζει από την προσωπικότητα του αφηγητή. Το πρώτο είναι αποσπασματικό και ωμό, το δεύτερο ιμπρεσιονιστικό, σκοτεινό και ονειρικό και το τρίτο ρεαλιστικό. Στο τέταρτο κεφάλαιο η οικογένεια ξεθωριάζει ή εκπίπτει ( σαν να εκπίπτει ολόκληρο το κοινωνικό στερέωμα) και η αφήγηση με βιβλικές αναφορές και τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται συνήθης, αποστασιοποιείται από τη δραματικότητα της οικογένειας χωρίς ωστόσο να τη μειώνει.
Τα μυστικά που αποκαλύπτονται, είτε με ποιητική κινηματογραφικότητα, είτε με μακρές περιόδους λόγου χωρίς παύσεις, συμβάλλουν στην ένταση χωρίς να οδηγούν στη λύτρωση. Τα σύνδρομα του Οιδίποδα και της Ηλέκτρας, ο αυτοματισμός στο λόγο, τα ζουμαρίσματα σε λεπτομέρειες εκ προοιμίου αχρείαστες, οι εμμονές των προσώπων, οι πόθοι και κυρίως οι φόβοι, καθιστούν το έργο μια σπουδή στο υποσυνείδητο όχι μόνο των ηρώων αλλά και του ανθρώπου παγκόσμια.
Αυτό το έργο της προδοσίας, της αγωνίας και της ασυνέχειας, του ανομολόγητου κρίματος, της παράλυσης που συνεπαίρνει τον αναγνώστη όπως ο φόβος καθηλώνει το θύμα μπροστά στον δολοφόνο είναι η ακραία μορφή της ψυχικής βίας στη σύγχρονη λογοτεχνία. Το ασύμβατο παρελθόν από το οποίο προσπαθούν τόσο εναγωνίως να απαλλαγούν τα πρόσωπα εν τέλει πολλαπλασιάζεται στο παρόν. Η αρχέγονη βία και το τραγικό συγχρονίζονται. Ο πατέρας είπε ότι ο άνθρωπος είναι το άθροισμα των ατυχιών του και η μητέρα συγχύζει την ηθικολογία με την αμαρτία, όλοι δηλητηριασμένοι από την ενοχή και την αμετανοησία, έχουν καταληφθεί από «μοίρα αιμοβόρα» θυμίζοντας τον Οιδίποδα, την άγνοια του λάθους και την πορεία προς την αλήθεια.
Αυτός ο «μοναχικός λύκος», που έζησε σε μια μικρή επαρχία της Πολιτείας του Μισισιπή, δεν είχε ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, γνώρισε τη διασημότητα σε σχετικά μεγάλη ηλικία - και μάλιστα μετά την απονομή του βραβείου Νομπέλ το 1949 -, για πολλά χρόνια υπήρξε αλκοολικός και απέτυχε να σταδιοδρομήσει ως σεναριογράφος στο Χόλιγουντ. Πεθαίνοντας στα 65 του χρόνια άφηνε πίσω του ένα έργο που θα σημάδευε ανεξίτηλα την πεζογραφία του 20ού αιώνα και όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί αλλά και κανένας ως τώρα δεν κατάφερε να μιμηθεί. Υπήρξε απόλυτα αφοσιωμένος στο έργο του, γι' αυτό και το μόνο που ήθελε να γράφει η επιτύμβια πλάκα στον τάφο του ήταν: «έγραψε βιβλία και πέθανε».
Ουίλλιαμ Φώκνερ
Εκδόσεις Καστανιώτη
2010
Σελ. 333
Ο Φώκνερ υπήρξε ιδιοφυής, μοναχικός, ιδιόρρυθμος και αλκοολικός. Η τραγικότητα της ζωής του αλλά και το πάθος και το χάρισμά του να γράφει και να διεισδύει στην ανθρώπινη συνείδηση πέρασαν στα έργα του με ορμή, και αυθεντικότητα. Ο τίτλος του κορυφαίου έργου Η βουή και η μανία προέρχεται από την πέμπτη σκηνή στην πέμπτη πράξη του σαιξπηρικού Μακμπέθ.
Πρόκειται για την ιστορία μιας τυπικής οικογένειας του αμερικανικού Νότου που ζει φυλακισμένη στο παρελθόν της. Παραβιάζοντας με εκπληκτική τεχνική την παραδοσιακή πεζογραφική αφήγηση, ο συγγραφέας αναπτύσσει την ιστορία του μέσω των αδελφών της οικογένειας Κόμπσον, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα και ειδικά η μητέρα και ο πατέρας σκιαγραφούνται ξεκάθαρα μέσα από τις ανεξάρτητες αφηγήσεις . Ο πρώτος αδελφός είναι πνευματικά καθυστερημένος, ο δεύτερος αιμομίκτης και ο τρίτος κωμικός σε βαθμό εξορισμού. Τα τρία αδέλφια είναι αφηγητές των τριών πρώτων κεφαλαίων. Όλα μιλούν για την αδελφή τους στήνοντας το πορτρέτο της μέσω των προσωπικών τους αναμνήσεων και ορίζοντάς της ως το πρόσωπο για το οποίο γράφεται κάθε λέξη. Το κάθε κεφάλαιο έχει την ιδιαιτερότητά του και το ύφος του, το οποίο πηγάζει από την προσωπικότητα του αφηγητή. Το πρώτο είναι αποσπασματικό και ωμό, το δεύτερο ιμπρεσιονιστικό, σκοτεινό και ονειρικό και το τρίτο ρεαλιστικό. Στο τέταρτο κεφάλαιο η οικογένεια ξεθωριάζει ή εκπίπτει ( σαν να εκπίπτει ολόκληρο το κοινωνικό στερέωμα) και η αφήγηση με βιβλικές αναφορές και τριτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται συνήθης, αποστασιοποιείται από τη δραματικότητα της οικογένειας χωρίς ωστόσο να τη μειώνει.
Τα μυστικά που αποκαλύπτονται, είτε με ποιητική κινηματογραφικότητα, είτε με μακρές περιόδους λόγου χωρίς παύσεις, συμβάλλουν στην ένταση χωρίς να οδηγούν στη λύτρωση. Τα σύνδρομα του Οιδίποδα και της Ηλέκτρας, ο αυτοματισμός στο λόγο, τα ζουμαρίσματα σε λεπτομέρειες εκ προοιμίου αχρείαστες, οι εμμονές των προσώπων, οι πόθοι και κυρίως οι φόβοι, καθιστούν το έργο μια σπουδή στο υποσυνείδητο όχι μόνο των ηρώων αλλά και του ανθρώπου παγκόσμια.
Αυτό το έργο της προδοσίας, της αγωνίας και της ασυνέχειας, του ανομολόγητου κρίματος, της παράλυσης που συνεπαίρνει τον αναγνώστη όπως ο φόβος καθηλώνει το θύμα μπροστά στον δολοφόνο είναι η ακραία μορφή της ψυχικής βίας στη σύγχρονη λογοτεχνία. Το ασύμβατο παρελθόν από το οποίο προσπαθούν τόσο εναγωνίως να απαλλαγούν τα πρόσωπα εν τέλει πολλαπλασιάζεται στο παρόν. Η αρχέγονη βία και το τραγικό συγχρονίζονται. Ο πατέρας είπε ότι ο άνθρωπος είναι το άθροισμα των ατυχιών του και η μητέρα συγχύζει την ηθικολογία με την αμαρτία, όλοι δηλητηριασμένοι από την ενοχή και την αμετανοησία, έχουν καταληφθεί από «μοίρα αιμοβόρα» θυμίζοντας τον Οιδίποδα, την άγνοια του λάθους και την πορεία προς την αλήθεια.
Αυτός ο «μοναχικός λύκος», που έζησε σε μια μικρή επαρχία της Πολιτείας του Μισισιπή, δεν είχε ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή, γνώρισε τη διασημότητα σε σχετικά μεγάλη ηλικία - και μάλιστα μετά την απονομή του βραβείου Νομπέλ το 1949 -, για πολλά χρόνια υπήρξε αλκοολικός και απέτυχε να σταδιοδρομήσει ως σεναριογράφος στο Χόλιγουντ. Πεθαίνοντας στα 65 του χρόνια άφηνε πίσω του ένα έργο που θα σημάδευε ανεξίτηλα την πεζογραφία του 20ού αιώνα και όχι μόνο δεν έχει ξεπεραστεί αλλά και κανένας ως τώρα δεν κατάφερε να μιμηθεί. Υπήρξε απόλυτα αφοσιωμένος στο έργο του, γι' αυτό και το μόνο που ήθελε να γράφει η επιτύμβια πλάκα στον τάφο του ήταν: «έγραψε βιβλία και πέθανε».
Σάββατο 2 Ιουλίου 2011
Στίχοι
Απογυμνωτής καλωδίων
Ο τόπος κοινός.
Ερυθρός, με βαλβίδες, κοιλίες, υγρασίες
Πάλλεται σ’ όλα τα σώματα
Έχει ρυθμό και απλότητα.
Τον ορίζουν τα πρόσωπα των άλλων
Που κουβαλάμε εκ γενετής για ν’ αγαπήσουμε.
Ως τη στιγμή που φτάνει ο έρωτας
Να κάνει τα ασήμαντα σπουδαία
Και μέγιστα τα μικρά.
Είναι μια εμπειρία έξω από μας
Καθόλα χειρωνακτική, παρόλ’ αυτά απλή
Σαν φυσική αλλαγή ονομάτων.
Όπως όταν σε είδα και γέμισε η νύχτα φως.
Κύματα ευφορίας κάλυψαν τα σκληρά υλικά
Κάθε καλό αγωγό της θλίψης. Κι εκείνη
Η πρώτη χαρά σήμανε τη ροή του αίματος για πάντα.
Έκτοτε γυρίζω με καλώδια γυμνά
Στην ακτή των ευνοημένων
Στις παρυφές του εσύ. Εκεί που το εγώ μου
Γίνεται παιδί και παίζει σχοινάκι όλο το απόγευμα.
Νένα Φιλούση
Ο τόπος κοινός.
Ερυθρός, με βαλβίδες, κοιλίες, υγρασίες
Πάλλεται σ’ όλα τα σώματα
Έχει ρυθμό και απλότητα.
Τον ορίζουν τα πρόσωπα των άλλων
Που κουβαλάμε εκ γενετής για ν’ αγαπήσουμε.
Ως τη στιγμή που φτάνει ο έρωτας
Να κάνει τα ασήμαντα σπουδαία
Και μέγιστα τα μικρά.
Είναι μια εμπειρία έξω από μας
Καθόλα χειρωνακτική, παρόλ’ αυτά απλή
Σαν φυσική αλλαγή ονομάτων.
Όπως όταν σε είδα και γέμισε η νύχτα φως.
Κύματα ευφορίας κάλυψαν τα σκληρά υλικά
Κάθε καλό αγωγό της θλίψης. Κι εκείνη
Η πρώτη χαρά σήμανε τη ροή του αίματος για πάντα.
Έκτοτε γυρίζω με καλώδια γυμνά
Στην ακτή των ευνοημένων
Στις παρυφές του εσύ. Εκεί που το εγώ μου
Γίνεται παιδί και παίζει σχοινάκι όλο το απόγευμα.
Νένα Φιλούση
Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011
Ποίηση
Το γυαλί
Σπάει και κόβει τα χέρια σου
κρατάει κρύο το νερό που πίνεις
διατηρώντας τις ασφαλείς αποστάσεις ανάμεσά μας.
Δεν είναι τυχαίο που γίνονται από γυαλί
κτίρια και γραφεία
τραπέζια για φαί
και σχέσεις.
Με την κατάλληλη επεξεργασία γίνεται καθρέφτης.
Σπάει παντού και σε κόβει
κρατάει κρύο το χαμόγελο
διατηρώντας την εγωπάθεια ζωντανή
κι αποσπά την προσοχή από το μέσα μας.
Κάποτε για το γυαλί θα γράψω κάτι.
Αποκλειστική ενασχόληση
Όταν σμιλεύεται ένα ποίημα
δε γράφεται τίποτα καινό στο νου
κανένας στίχος δε γεννιέται
ούτε μύθος
ούτε θρήνος.
Οι λέξεις που διαλέγεις μαλακώνουν
για να ζυμωθούν
για να πονούν λιγότερο.
Η θέση που ορίζεις για το ανάμεσα ή το περίπου
είναι αυθαίρετη
και η δειλία σου κάνει το «και» μεγάλο και τρανό.
Οι περιττές αναφορές ζυγώνουν
και γελούν με το χρόνο που αφιέρωσες
κυρίως για τον τίτλο.
Δήθεν
Ήμουν πάντα αφοσιωμένη στην κυριολεξία
μ’ εμμονή που απογυμνώνει
τις σιωπές
και θρονιάζει την αληθοφάνεια
στο τραπέζι το μεγάλο, το καλό.
Για παράδειγμα.
Αν πετά χαμηλά ένα πουλί
Λέω: πλησιάζει στη γη το φως.
Κι όταν μας απειλεί ο πόλεμος
Λέω: τρώγοντας έρχεται η όρεξη.
Υποψήφιες αγάπες ενίοτε γυρεύουν
αποδείξεις καλής θελήσεως
συγκεκριμένων προδιαγραφών.
Όσα εκατοστά χαμόγελο
τόσες προσκλήσεις για καφέ
πάρτι γενεθλίων ή Χριστουγέννων
εκδρομές με συγγενείς ή φίλους.
Θέλω να ξέρω τι εννοούν.
Ελάτε να πιούμε έναν καφέ μετά δακρύων;
Να φάμε μαζί μη βάλουμε τα κλάματα γιορτή που είναι;
Ή να καθόμαστε πολύ κοντά
να μην ακούγεται ο χρόνος;
Ήμουν πάντα μανιακή της όρασης
τόσο οικειοποιήθηκα τους οφθαλμούς των άλλων.
Νένα Φιλούση
Σπάει και κόβει τα χέρια σου
κρατάει κρύο το νερό που πίνεις
διατηρώντας τις ασφαλείς αποστάσεις ανάμεσά μας.
Δεν είναι τυχαίο που γίνονται από γυαλί
κτίρια και γραφεία
τραπέζια για φαί
και σχέσεις.
Με την κατάλληλη επεξεργασία γίνεται καθρέφτης.
Σπάει παντού και σε κόβει
κρατάει κρύο το χαμόγελο
διατηρώντας την εγωπάθεια ζωντανή
κι αποσπά την προσοχή από το μέσα μας.
Κάποτε για το γυαλί θα γράψω κάτι.
Αποκλειστική ενασχόληση
Όταν σμιλεύεται ένα ποίημα
δε γράφεται τίποτα καινό στο νου
κανένας στίχος δε γεννιέται
ούτε μύθος
ούτε θρήνος.
Οι λέξεις που διαλέγεις μαλακώνουν
για να ζυμωθούν
για να πονούν λιγότερο.
Η θέση που ορίζεις για το ανάμεσα ή το περίπου
είναι αυθαίρετη
και η δειλία σου κάνει το «και» μεγάλο και τρανό.
Οι περιττές αναφορές ζυγώνουν
και γελούν με το χρόνο που αφιέρωσες
κυρίως για τον τίτλο.
Δήθεν
Ήμουν πάντα αφοσιωμένη στην κυριολεξία
μ’ εμμονή που απογυμνώνει
τις σιωπές
και θρονιάζει την αληθοφάνεια
στο τραπέζι το μεγάλο, το καλό.
Για παράδειγμα.
Αν πετά χαμηλά ένα πουλί
Λέω: πλησιάζει στη γη το φως.
Κι όταν μας απειλεί ο πόλεμος
Λέω: τρώγοντας έρχεται η όρεξη.
Υποψήφιες αγάπες ενίοτε γυρεύουν
αποδείξεις καλής θελήσεως
συγκεκριμένων προδιαγραφών.
Όσα εκατοστά χαμόγελο
τόσες προσκλήσεις για καφέ
πάρτι γενεθλίων ή Χριστουγέννων
εκδρομές με συγγενείς ή φίλους.
Θέλω να ξέρω τι εννοούν.
Ελάτε να πιούμε έναν καφέ μετά δακρύων;
Να φάμε μαζί μη βάλουμε τα κλάματα γιορτή που είναι;
Ή να καθόμαστε πολύ κοντά
να μην ακούγεται ο χρόνος;
Ήμουν πάντα μανιακή της όρασης
τόσο οικειοποιήθηκα τους οφθαλμούς των άλλων.
Νένα Φιλούση
Ποίηση
"…μια από τις πέντε αισθήσεις / ήταν αρκετή / όταν η ζωή είχε μια παραπάνω αρετή / την αλήθεια".
"Αλλά ο έρωτας είναι / η πιο σκληρή απελπισία / δεν περιέχει το τέλος του / σαν όλα τα παρήγορα πράγματα / της φύσης…".
Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ
"Αλλά ο έρωτας είναι / η πιο σκληρή απελπισία / δεν περιέχει το τέλος του / σαν όλα τα παρήγορα πράγματα / της φύσης…".
Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ
Ποίηση
Ποτάμι ποίημα
………………………
Όμως το ποίημα είναι ποτάμι
Και μια υγρασία θαυμαστική
Θαρρώ γλυκαίνει τη σιωπή απ’ την οργή της
Αν την πρόδωσα. Δε φταίω, τ’ ορκίζομαι.
……………………………..
……………. Αλλά το ποίημα
Είναι ποτάμι από δάκρυα ξένα. Παιδί που αντρώθηκε
Συχνά το βλέπω να γυρνάει προς την πηγούλα του.
Κι όταν φουσκώνει
Απ’ την πολλήν αγάπη,
Πνίγει.
Α. Φωστιέρης
(Η Σκέψη ανήκει στο Πένθος)
………………………
Όμως το ποίημα είναι ποτάμι
Και μια υγρασία θαυμαστική
Θαρρώ γλυκαίνει τη σιωπή απ’ την οργή της
Αν την πρόδωσα. Δε φταίω, τ’ ορκίζομαι.
……………………………..
……………. Αλλά το ποίημα
Είναι ποτάμι από δάκρυα ξένα. Παιδί που αντρώθηκε
Συχνά το βλέπω να γυρνάει προς την πηγούλα του.
Κι όταν φουσκώνει
Απ’ την πολλήν αγάπη,
Πνίγει.
Α. Φωστιέρης
(Η Σκέψη ανήκει στο Πένθος)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)